Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γενοκτόνοι...."εν συνεχεία"


Γράφει η Νούλα Χρυσοχοΐδου

Σε λίγες μέρες η ιστορία αναβιώνει μέσα από τα πιο μελανά της χρώματα την Γενοκτονία των Ελλήνων Ποντίων…. Το μελάνι γράφει, το δάκρυ κυλάει και η καρδιά χτυπάει ακόμα πιο δυνατά… Είναι οι πρόγονοι μας, είναι οι άνθρωποι μας, είναι το αίμα μας,… είναι η ιστορία τους που δεν ξεχνώ ….Είναι….. 
Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Άλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε στάβλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν Τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν. Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας. Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες. Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".
Κι' όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι' οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι' αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση...Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελαμένες, έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους - πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Σάββα Κανταρτζή με τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι ψευτο Greek σελέμπριτι του πολιτικού συστήματος

Γράφει η Νούλα Χρυσοχοΐδου


Ο παρά φύση βιασμός της ελληνικής κοινωνίας είναι πλέον δεδομένος είτε πριν από την εμφάνιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης είτε και κατά την διάρκεια αυτής. Οι μεταμορφώσεις του γνωστού για όλους μας δημοκρατικού πολιτεύματος έχουν κάνει τον Έλληνα πολίτη να πιστεύει οτι επιλέγει ο ίδιος τα πολιτικά πρόσωπα που θέλει για να τον αντιπροσωπεύσουν στο ελληνικό κοινοβούλιο. Απλά δεν έχουμε καταλάβει, ότι διανύουμε τα χρόνια που τον πολιτικό τον καλύπτει ο μανδύας του ψευτο γκρικ σελεμπριτι! Με όλη την έξαρση της υποκρισίας και τα δηθεν που τολμούν να εκφράζουν στα ΜΜΕ και κοινωνικής δικτύωσης, με ακραία παραδείγματα δηλώσεων οι Πολάκηδες και Γιακουμάτοι, για την κατάσταση των Ελλήνων πολιτών, υποδύοντας τους αρρενωπούς οικογενειάρχες στους ψευτοπολιτικούς υψηλούς κύκλους των Αθηνών.

"Mαύρα κοράκια με νύχια γαμψά"

Γράφει η Νούλα Χρυσοχοϊδου



'Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά πέσανε πάνω στην εργατιά. Άγρια κράζουν για αίμα διψούν, τον Δημητρόφ στην κρεμάλα να δουν.''
Και εκεί που η Ελληνική Οικονομία ανέβαζε τις μετοχές τις στην παγκόσμια αγορά, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης έδειχναν τα νύχια τους στις ελληνικές τράπεζες…. Είναι τελικά αυτοί που κινούν ένα νέο οικονομικό οργανωμένο έγκλημα με ξύλινες ψυχές έναντι των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων;; Παραδομένες σε έναν κόσμο υλιστικό και ουτοπικό, αφήνονται στα χέρια των ξένων δυνάμεων λες κι αυτές είναι εγγενή φυτά, αδύναμες να αμφισβητήσουν και να απαιτήσουν την επάνοδο τους στην παγκόσμια αγορά.

Χώρα με βλέμμα μαρμαρωμένου βασιλιά αιώνια χαμένη στη δίνη της απληστίας

Γράφει η Νούλα Χρυσοχοΐδου
 Και φαίνεται να στέκει εκεί μαρμαρωμένη, αιώνια βυθισμένη στο σκότος των άπληστων πολιτικών της, ενώ αυτές τις ημέρες δίνουν και παίρνουν οι κόντρες στο ελληνικό κοινοβούλιο. Για ποια ανύπαρκτη κυβέρνηση αλλά πιο διφορούμενη αντιπολίτευση γίνεται λόγος(;). Ίσως από τα πιο δύσκολα χρόνια που εμφανίζονται στην πολιτική σκηνή της χώρας μας, οι βουλευτές ντύνονται ηθοποιοί, τα σκηνικά άλλοτε μουντά άλλοτε μαύρα και ραγισμένα, και τα ρούχα των ηθοποιών μέσα στην χλιδή και στο στρας λαμπυρίζουν και προκαλούν την άλλοτε "αποκοιμισμένη" κοινωνία μας.