Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

"CFD, η τιμή των WARRANTS"- Μέρος Α΄



Συναλλαγές CFD

Οι συναλλαγές CFD είναι μια απλή και άμεση επιλογή συναλλαγής, χωρίς προμήθεια για οποιονδήποτε τίτλο. Τα CFD είναι το εργαλείο εκείνο όπου αγοράζουν ή πωλούν χρηματοοικονομικά προϊόντα χωρίς να χρειάζεται να τεθεί το σύνολο της αξίας των συναλλαγών και διαπραγματεύονται με περιθώριο ασφάλισης.
Είναι δηλαδή τα Συμβόλαια επί της Διαφοράς. Το 1990 είχαν εισαχθεί από χρηματιστές ώστε να μπορούν οι πελάτες να κερδίζουν από την έκθεση τους στην αγορά, με υψηλή μόχλευση των κεφαλαίων και να κερδίζουν μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα.  Σήμερα όμως είναι διαθέσιμα όχι μόνο σε «επαγγελματίες» των αγορών αλλά σε κάθε έναν απλό χρήστη. 




Margin Trading?
Οι συναλλαγές με περιθώρια ασφάλισης αντικατοπτρίζουν τις συναλλαγές της αγοράς όμως οι συναλλαγές δεν φτάνουν ποτέ στη λήξη τους και δεν ανταλλάσσεται με τίποτα άλλο εκτός από χρήματα.  Ενώ το περιθώριο ασφαλείας διαπραγμάτευσης έχει εξελιχθεί αυτό επιτρέπει ουσιαστικά στους πελάτες να συναλλάσσονται σε ένα μεγαλύτερο ποσό από αυτό που εκμεταλλεύονται ως ασφάλεια ή κατάθεση, γνωστό ως περιθώριο ασφαλείας.  Η αγορά που κινείστε είναι δεδομένο ότι είναι ασταθή, άρα μια εταιρεία που σας επιτρέπει να συναλλάσσεστε με μεγάλη μόχλευση δεν σημαίνει ότι σας κάνει χάρη διότι εκτίθεστε ούτως ή άλλως σε μεγάλες απώλειες. Εάν υποθέσουμε  ότι χάνετε μεγάλο ποσοστό των διαθεσίμων κεφαλαίων σας τότε το σύστημα  θα κλείσει τις θέσεις σας, από την άλλη  μην ξεχνάτε ότι η εξασφάλιση των διαθεσίμων σας είναι πάντα  δική σας ευθύνη.

Πλεονεκτήματα των συναλλαγών CFD

• Υψηλή ρευστότητα
• Χωρίς προμήθεια
• Απαίτηση χαμηλού περιθωρίου
• Ποικιλία προϊόντων

Τα “warrants”  αποτελούν το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση του κατόχου τους, να αγοράσει μετοχές σε προκαθορισμένη τιμή  και όποτε θέλει μέχρι ένα προκαθορισμένο μελλοντικό χρονικό σημείο, δηλαδή στην λήξη τους. Αποτελούν κινητές αξίες, όπως οι μετοχές, όπου εκδότης είναι το ΤΧΣ (Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), οι οποίες πρόκειται να εισαχθούν στο ΧΑ (Χρηματιστήριο Αθηνών) , είναι ελεύθερες και μεταβιβάσιμες. Η υποκείμενη αξία τους θα είναι η κοινή μετοχή της τράπεζας πάνω στην οποία αυτό θα έχει εκδοθεί.
 Η  διαφορά τους είναι ότι τα δικαιώματα call εκδίδονται από ιδιώτες ενώ τα warrants εκδίδονται από εταιρείες. Το ΤΧΣ δίνει το δικαίωμα σε ιδιώτες επενδυτές να συμμετάσχουν στην αύξηση  ΑΜΚ και αν επιθυμούν να αγοράσουν τραπεζικές μετοχές σε βάθος πέντε ετών. Αν υποθέσουμε ότι ένα “warrant” εξασκηθεί, τότε η εταιρεία πρέπει να εκδώσει νέες μετοχές με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο αριθμός των μετοχών  της κυκλοφορίας της εταιρείας. Οι τιμές των warrants εγκρίνονται από την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς και διατίθενται στο ενημερωτικό δελτίο του εκάστοτε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Τα warrants διαπραγματεύονται συνήθως σε over the counter.
Για να καταλάβουμε την εφαρμογή τους ας δούμε ένα παράδειγμα: Υποθέτουμε ότι οι επενδυτές συμμετέχουν κατά 15%  τότε αυτοί θα λάβουν (100%-15%) / 15% = 5,6666… warrants. Αν όμως οι επενδυτές συμμετάσχουν με 18% τότε θα λάβουν (100%-18%) / 18% = 4,5555…warrants. Δηλαδή οι επενδυτές στην α΄ περίπτωση συμμετέχουν σε αύξηση μεγαλύτερη του 15% , ενώ στην β΄ περίπτωση συμμετέχουν σε αύξηση μεγαλύτερη του 18%, που προκύπτει από τον λόγο 100% μείον το ποσοστό συμμετοχής τους στα αντλούμενα κεφάλαια διαιρεμένα προς το ποσοστό αυτό.
 Τα παραστατικά απόκτησης μετοχών, “warrants”,  παραδίδονται στους δικαιούχους επενδυτές ταυτόχρονα με την έκδοση των νέων μετοχών από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Για την τιμή άσκησης του δικαιώματος αγοράς, σε κάθε τίτλο πρέπει να ξέρουμε ότι ισούται με την τιμή διάθεσης στο ΤΧΣ των νέων μετοχών, τοκιζόμενη επί δεδουλευμένης βάσης, με ετήσιο επιτόκιο 3% πλέον περιθωρίου, 1% για το πρώτο έτος, 2% για το δεύτερο, 3% για το τρίτο, 4% για το τέταρτο, και 5% για το υπολειπόμενο διάστημα επί του αριθμού των κοινών μετοχών που δικαιούται να αποκτήσει ο κάτοχος του τίτλου κατά την άσκηση του δικαιώματός του.
Το Ταμείο δεν γίνεται να μεταβιβάσει τις υποκείμενες στα δικαιώματα αγοράς μετοχές, για την περίοδο 36 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης των τίτλων. Εάν λήξει των 36μηνο τότε το ΤΧΣ μπορεί να μεταβιβάσει τις υποκείμενες στα δικαιώματα αγοράς μετοχές εφόσον όμως έχει γνωστοποιήσει την  πρόθεση του μαζί με τον αριθμό των μετοχών που επιθυμεί να μεταβιβάσει όπου καλεί τους κατόχους των τίτλων, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, αυτή των τριάντα ημερολογιακών ημερών.

Η τιμή των “warrants”
Η τιμή των “warrants” χωρίζεται σε δύο μέρη,  στην εσωτερική αξία (intrinsic value) και στην αξία του χρόνου (time value).
Για να τις δούμε ξεχωριστά. Η εσωτερική αξία είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής άσκησης του warrant και της τρέχουσας τιμής του υποκείμενου τίτλου. Η διαφορά αυτή είναι πάντα μεγαλύτερη ή ίση με το μηδέν (> ή = 0). 

• «in-the-money», όταν το warrant έχει εσωτερική αξία.
•  «at-the-money», όταν η τρέχουσα τιμή του περιουσιακού στοιχείου ισούται με την τιμή άσκησης των warrants
•  «Οut-of-the-money», όταν η τρέχουσα αξία είναι μικρότερη της τιμής άσκησης.

Η αξία του χρόνου επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή αν το  warrant είναι in-the-money, at-the-money ή out-of-the-money. Η αξία του χρόνου, μειώνεται όσο πλησιάζει η λήξη του και αυτή η “διάβρωση” ονομάζεται “φθορά του χρόνου” και αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς όταν αυτό τείνει προς τη λήξη του.
Η θεωρητική δίκαιη τιμή ενός warrant βγαίνει από τη formula Black and Scholes. Η φόρμουλα αυτή  λαμβάνει υπόψη τέσσερις (4) παράγοντες που επηρεάζουν την αξία του χρόνου του warrant:

• Την τιμή του υποκείμενου τίτλου του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος
• Την τεκμαρτή μεταβλητότητα της μετοχής
• Τη μερισματική απόδοση και
• Το επιτόκιο χωρίς κίνδυνο 

Όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή της μετοχής τόσο μεγαλύτερη θα είναι η θεωρητική τιμή του warrant. Ο κρίσιμος παράγοντας, θα είναι το volatility,  ο γνωστός οικονομικός όρος της διακύμανσης της τιμής του χρεογράφου.
Ο δείκτης μεταβλητότητας – φόβου (volatility,)  είναι o δείκτης που δείχνει την αναμενόμενη μεταβλητότητα της αγοράς τις επόμενες τριάντα (30) ημέρες και υπολογίζεται από τις επί μέρους μεταβλητότητες ενός μεγάλου αριθμού options του δείκτη S&P-500.  Το volatility αυξάνει την τιμή του warrant, όσο υψηλότερη είναι η ημερήσια μεταβλητότητα της μετοχής, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητα για μελλοντικό κέρδος.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των επιτοκίων θα οδηγήσει σε πιο ακριβά warrants αν και οι υπόλοιπες μεταβλητές παραμείνουν σταθερές, διότι το επιτόκιο αντικατοπτρίζει το κόστος της χρηματοδότησης του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου.

Συνοψίζοντας, παρατηρούμε ότι η επίδραση των μερισμάτων κυμαίνεται ανάλογα με τον τύπο του warrant,  όμως τα μερίσματα λειτουργούν αρνητικά στην τιμή του warrant διότι κόβονται από την τιμή του υποκείμενου τίτλου. Επίσης, η προσφορά και η ζήτηση το επενδυτικό περιβάλλον και  οι προσδοκίες της αγοράς μπορούν να επηρεάσουν την αγοραία αξία του warrant.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου