Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Αντιπραγματισμός και Ομολογιακά Δάνεια



Αν γυρίσουμε αρκετούς αιώνες πίσω, πρίν από το χρήμα, οι συναλλαγές μεταξύ των ανθρώπων γίνονταν με ανταλλαγές, δηλαδή με την μεταξύ τους ανταλλαγή προϊόντων ικανοποιούσαν τις ανάγκες όλων ώστε να υπάρχει αυτάρκεια στα αγαθά.  Με τη μέθοδο αυτή διαπιστώθηκαν πολλές αδυναμίες στις συναλλαγές, διότι δεν ήταν αξιόπιστες. 
Αυτό συνέβαινε διότι οι ποσότητες των αντίστοιχων αγαθών που ανταλλάσσονταν δεν ανταποκρίνονταν στην μεταξύ τους αξία και πολλές φορές υπήρχαν δυσκολίες στις ανταλλαγές.
Έτσι οι αντιλαμβανόμενοι με βάση τις παραπάνω δυσκολίες δημιούργησαν κάτι που θα δήλωνε την αξία των προϊόντων και θα το είχαν όλοι. Όποιος  θα ήθελε ένα προϊόν να αγοράσει, τότε την αξία του προϊόντος θα την κατέβαλλε σε μια μονάδα χρήματος. Ο αντιπραγματισμός θεωρείται το πρωταρχικό στάδιο του χρήματος.
Ο Αντιπραγματισμός των πρωτόγονων κοινωνιών δηλαδή, είναι το σύστημα όπου κάθε ένας παραγωγός ανταλλάσει τα δικά του προϊόντα με προϊόντα άλλων παραγωγών  έθετε ως προϋπόθεση τη σύμπτωση των επιθυμιών των δύο συναλλασσόμενων . Άρα αν η χώρα μας φτάσει σε καθεστώς αντιπραγματισμού, δηλαδή όπως εξηγήσαμε παραπάνω σε ανταλλαγή προϊόντων τότε όλες γενικά οι δημόσιες υπηρεσίες θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη λειτουργία τους.  Δεδομένου ότι η χώρα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές, για την πραγματοποίηση των οποίων θα απαιτείται, βεβαίως, συνάλλαγμα και όχι δραχμές, θα παρουσιαστούν σημαντικές ελλείψεις. Ελλείψεις π.χ. σε καύσιμα, σε πρώτες ύλες, ακόμη και σε αγροτικά προϊόντα, διότι εξαιτίας της αδύναμης ανταγωνιστικότητας της χώρας, ακόμη και τα τρόφιμα είναι σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενα. Θα υπάρξουν, επομένως, σοβαρές ελλείψεις σε αρκετά βασικά είδη.

Χρηματοδότηση Εταιρείας με Ομολογιακό  ∆άνειο
Η δυνατότητα χρηματοδότησης της εταιρίας με ομολογιακό δάνειο είναι άξια λόγου. Οι ομολογίες είναι αξιόγραφα που εκδίδονται από την Α.Ε. με σκοπό την ανάληψη δανείου. Αντιστοιχούν δηλαδή σε τμήματα του χρέους της εταιρίας και όχι του μετοχικού κεφαλαίου όπως οι μετοχές. Οι ομολογιούχοι έχουν θέση δανειστών της εταιρίας και ικανοποιούνται πριν από τους μετόχους από το προϊόν της εκκαθάρισης. Επιπλέον οι ομολογίες έχουν τόκο και όχι όπως οι μετοχές, μόνο στη περίπτωση που η εταιρεία έχει κέρδη. Υπάρχουν δυο μορφές ομολογιών: πρώτον αυτές που παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη και δεύτερο αυτές που είναι ασφαλισμένες με υποθήκη. Η εταιρία μπορεί να συνάψει εκτός από το κοινό και ομολογιακό δάνειο εφόσον χρειάζεται χρηματοδότηση. Αρμόδιο όργανο για την ανάληψη αυτής της υπόθεσης είναι η γενική καταστατική συνέλευση. Η κάλυψη του ομολογιακού δανείου γίνεται μέσω τραπεζών, του ταμείου παρακαταθηκών και δανείων και του Χ.Α.Α.

Ας απαντήσουμε όμως πρώτα στην ερώτηση, Τι είναι ομόλογο και ποια είδη ομολόγων υπάρχουν:

Τι είναι Ομόλογο;
Ομόλογα είναι μακροπρόθεσμα χρεόγραφα που εκδίδονται είτε από το δημόσιο από ιδιωτικούς οργανισμούς Οι εκδότες με την έκδοση των ομολογιών δανείζονται κεφάλαια από το επενδυτικό κοινό, οι ομολογίες δηλαδή είναι ουσιαστικά απαιτήσεις είτε σταθερού είτε κυμαινόμενου επιτοκίου. Ένα ομόλογο είναι με λίγα λόγια απλά ένα δάνειο, το όπιο αντλείται από τον εκδότη του δανείου όχι μέσω της τραπεζικής διαμεσολάβησης αλλά μέσω των κεφαλαιαγορών. Ο εκδότης είναι ο οφειλέτης, ο κάτοχος ομολόγων ο δανειστής και το κουπόνι( αν υπάρχει) είναι ο τόκος.

Είδη Ομολόγων
Κρατικά Ομόλογα: είναι η συνηθέστερη και πιο κοινή περίπτωση ομολόγων. Εκδίδονται από το κράτος για να καλύπτουν σε ένα μεγάλο βαθμό τις δανειακές τους ανάγκες.
Ομόλογα Περιφερειακών Αρχών ή Δημοτικά: Εκδίδονται από νομαρχίες, εφορίες, περιφέρειες, δήμους. Η έκδοση τους έχει κατά βάση ως στόχο την χρηματοδότηση δημοσίων έργων (νοσοκομεία, δρόμους, γέφυρες κλπ.) κατά το ήμισυ τα υπόλοιπα προέρχονται από το κράτος.

Επιχειρησιακά Ομόλογα: Προσφέρουν συγκεκριμένες χρηματικές εισροές σε συγκεκριμένες περιόδους στο μέλλον. Συνήθως, υπάρχουν περιορισμοί ως προς τις δραστηριότητες της εκδότριας εταιρίας με σκοπό την προστασία του επενδυτικού κοινού.
Ανοιχτού τύπου εκδόσεις: χαρακτηρίζονται από την ελευθερία εγγραφής και συμμετοχής. Η συμμέτοχη επιτυγχάνεται μετά από την κατάθεση της αίτηση και την καταβολή του προβλεπόμενου χρηματικού πόσου.
Κλειστού τύπου: Προορίζονται για μια συγκεκριμένη ομάδα ιδιωτών/επιχειρήσεων μετά από συμφωνία. Ακόμη αυτού του τύπου έκδοση συνεπάγει μικρό κόστος έκδοσης επειδή έχει χαμηλή ρευστότητα λόγω της περιορισμένης συμμετοχής.
Στεγαστικά Ομόλογα: Η συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί να είναι δυο μορφών. Α) Μπορεί να εκδίδονται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα με σκοπό την μεταβίβαση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου μεμονωμένων επενδυτών. Β) Ενώ η δεύτερη μορφή λειτουργεί ως εξής: Δημιουργούνται ενώσεις προσώπων και έτσι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι λειτουργούν ως μια μονάδα και προβαίνουν συλλογικά στην αναζήτηση κεφαλαίων σε καλυτέρους όρους. Όλοι μαζί δημιουργούν Ομολογιακό δάνειο με σκοπό την ανέγερση των κατοικιών τους. Η αποπληρωμή μοιράζεται αναλόγως το μερίδιο που έχει ο καθένας. 

Διάρκεια (DURATION)
Η ανάγκη για σύγκριση ομολογιών οδήγησε στη δημιουργία μια μεταβλητής που μετρά όχι μόνο την ευαισθησία στις μεταβολές στα επιτόκια αλλά και τις δυο διαστάσεις της ζωής μιας ομολογίας ( δηλαδή και την διάρκεια μέχρι την ωρίμανση αλλά και το μέγεθος των τοκομεριδίων). Η μεταβλητή αυτή προτάθηκε από τον Macaulay και ονομάστηκε Διάρκεια. Η Διάρκεια (Macaulay' s Duration) υπολογίζεται σαν ένας σταθμισμένος μέσος των φορών που πληρώνονται για κάθε κουπόνι και για την τελική πληρωμή. Το στάθμισμα που εφαρμόζεται σε κάθε πληρωμή πρέπει να σχετίζεται και με τη σημασία αυτής της πληρωμής με την αξία του ομολόγου.

Οµολογιακά δάνεια του Ν. 3156/2003
Η χρηµατοδότηση της εταιρείας διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική, η δε εξωτερική χρηµατοδότηση διακρίνεται περαιτέρω σε ίδια και ξένη. Ως εσωτερική νοείται η χρηµατοδότηση που προέρχεται από την ίδια την επιχειρηµατική δραστηριότητα της εταιρείας, τόσο από το παραγωγικό κοµµάτι της (κέρδη της εταιρείας), όσο και από το χρηµατοοικονοµικό (αποδόσεις επενδεδυµένων κεφαλαίων).
Πέραν της αυτοχρηµατοδότησης, η εταιρεία δύναται να χρηµατοδοτείται και από τρίτα πρόσωπα, οπότε γίνεται λόγος για εσωτερική χρηµατοδότησή της. Αναλόγως του ρόλου των χρηµατοδοτών, αναλόγως δηλαδή του εάν αυτοί καθίστανται ιδιοκτήτες της εταιρείας (µέτοχοι) ή απλοί δανειστές της, υπάρχει περαιτέρω διάκριση ανάµεσα σε χρηµατοδότηση µε ίδια ή ξένα κεφάλαια αντίστοιχα. Η χρηµατοδότηση της εταιρείας από τους ιδιοκτήτες - µετόχους της θεωρείται ως εκ τούτου εξωτερική χρηµατοδότηση µε ίδια κεφάλαια, ενώ ο τραπεζικός δανεισµός ή η έκδοση οµολογιακού δανείου λογίζεται ως εξωτερική χρηµατοδότηση µε ξένα κεφάλαια. Η διαφορά µεταξύ ιδίων και ξένων κεφαλαίων αντανακλάται στην από οικονοµικής πλευράς κατάταξη των προσώπων αυτών ως προς την προτεραιότητα ικανοποίησής τους από την περιουσία της εταιρείας. Ο "πιστωτής" ιδίων κεφαλαίων, δηλαδή ο µέτοχος µίας εταιρείας ικανοποιείται τελευταίος (residual claimant) από το υπόλοιπο που αποµένει από την περιουσία της εταιρείας, εφόσον ικανοποιηθούν πρώτα οι πιστωτές ξένων κεφαλαίων, δηλαδή οι οµολογιούχοι ή απλοί δανειστές της εταιρείας.
Από οικονοµικής πλευράς, η διαφορά ανάµεσα στο συµµετοχικό (µετοχή) και τον πιστωτικό τίτλο (οµολογία) έγκειται κυρίως στο ότι ο πρώτος ενσωµατώνει και - θεωρητικά τουλάχιστον - αντανακλά τις προοπτικές ανάπτυξης µίας εταιρείας, οι οποίες εκφράζονται στις µερισµατικές αποδόσεις. Αντίθετα, η οµολογία υπόσχεται µία εν πολλοίς σταθερή παροχή, δηλαδή την καταβολή του συµφωνηµένου τόκου. Ανάλογες είναι και οι θεωρητικές τουλάχιστον δυνατότητες πραγµατοποίησης κεφαλαιακών κερδών από υπεραξία: ενώ η αξία µίας µετοχής ανεβαίνει καθώς ο εκδότης της αναπτύσσεται, δεν συµβαίνει το ίδιο µε την οµολογία της οποίας η απόδοση παραµένει εν πολλοίς, δηλαδή πέραν της ενίσχυσης του παράγοντα της φερεγγυότητας, ουσιαστικά ανεπηρέαστη από την ανάπτυξη της εταιρείας.
 Η χρηµατοδότηση των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες ηπειρωτικές ευρωπαϊκές χώρες στηρίχθηκε παραδοσιακά και για µεγάλο χρονικό διάστηµα στο τραπεζικό σύστηµα. Τα τραπεζικά δάνεια απετέλεσαν έτσι την κεντρική πηγή χρηµατοδότησης των εταιρειών αυτών, τουλάχιστον µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ΄80. Η δεκαετία του ΄90 υπήρξε και για την ηπειρωτική Ευρώπη περίοδος άνθησης των κεφαλαιαγορών, που σηµατοδοτήθηκε από τη σταδιακή αλλά δυναµική και ολοένα αυξανόµενη σε σηµασία δραστηριοποίηση των τραπεζών στην αγορά των επενδυτικών υπηρεσιών. Η συρρίκνωση της ύλης των κλασικών τραπεζικών υπηρεσιών ανάγκασαν τα πιστωτικά ιδρύµατα της ηπειρωτικής Ευρώπης να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε περιφερειακές επενδυτικές υπηρεσίες και να µετατραπούν από δανειστές σε διαµεσολαβητές (ανάδοχοι, θεµατοφύλακες, διαχειριστές) για την εξεύρεση κεφαλαίων, προκειµένου για τη χρηµατοδότηση των εταιρειών. Η χρηµατοδότηση των ανωνύµων εταιρειών µέσω των κεφαλαιαγορών απευθείας από το επενδυτικό κοινό επετεύχθη σε ένα πρώτο στάδιο κυρίως µε την έκδοση συµµετοχικών τίτλων (µετοχών). Η διάψευση όµως των προσδοκιών του επενδυτικού κοινού µε τη χρηµατιστηριακή κρίση που σηµάδεψε την αποχώρηση του προηγούµενου αιώνα αλλά και τα χρηµατιστηριακά σκάνδαλα που την συνόδεψαν γέννησαν την ανάγκη διασφάλισης και κεφαλαιακής εγγύησης των πραγµατοποιούµενων επενδύσεων. Τα οµολογιακά δάνεια, θεσµός ο οποίος υπήρχε από παλαιά στα περισσότερα δίκαια ή/και εµπορικές πρακτικές των κρατών µελών, φάνηκε κατάλληλος για τη στήριξη της χρηµατοδότησης των επιχειρήσεων µέσω των κεφαλαιαγορών. Στο πλαίσιο αυτό και ο Έλληνας νοµοθέτης προέβη το Μάιο του 2003 στην ψήφιση του Ν. 2156/03, νοµοθετήµατος που σκοπό είχε τον εκσυγχρονισµό των διατάξεων 3α έως 3γ Κ.Ν.2190/20, οι οποίες ρύθµιζαν τα δάνεια αυτά.
Η παρούσα µελέτη σκοπεύει στην παρουσίαση του νέου θεσµικού πλαισίου µέσα από τον εντοπισµό των νεωτερισµών του σε σχέση µε το καθεστώς του Κ.Ν. 2190/20 αλλά και µέσα από την ανάδειξη πιθανών ερµηνευτικών δυσχερειών που προκύπτουν από τη νέα ρύθµιση. Η µελέτη χωρίζεται σε τρία µέρη: στο πρώτο θα παρουσιαστούν τα είδη, οι µορφές και οι διαδικασίες έκδοσης οµολογιακών δανείων, στο δεύτερο µέρος θα συζητηθούν ζητήµατα που άπτονται της οµάδας και του εκπροσώπου των οµολογιούχων δανειστών και στο τρίτο θα παρουσιαστούν προβληµατισµοί επί της παροχής ασφάλειας επί οµολογιακών δανείων.

 Είδη οµολογιακών δανείων
 Σύµφωνα µε τον Κ.Ν. 2190/20 (αρθρ. 3 α, 3β και 3γ), τα οµολογιακά δάνεια διακρίνονταν σε κοινά, µετατρέψιµα, κερδοφόρα και ενυπόθηκα. Θα πρέπει να σηµειωθεί εδώ ότι ο νόµος εκείνος δεν περιείχε ρητή ρύθµιση του κοινού οµολογιακού δανείου. Ερµηνευτικά συναγόταν από τον κανόνα "από το µείζον το έλασσον" ότι, εφόσον επιτρέπονταν τα τρία ανωτέρω αναφερθέντα είδη οµολογιακών δανείων θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται και η έκδοση κοινού δανείου. Υπήρχε το θεωρητικό ερώτηµα, εάν άλλα ειδικά οµολογιακά δάνεια, όπως για παράδειγµα τα ανταλλάξιµα ή τα λεγόµενα "εισοδηµατικά" οµολογιακά δάνεια 1 ήταν επιτρεπτά και µε ποιους όρους. ∆ιαφορετικές απαντήσεις θα έδινε κανείς στο ερώτηµα αυτό ανάλογα µε την πλευρά από την οποία αντιµετώπιζε το ζήτηµα: από την πλευρά του ενοχικού δικαίου και δεδοµένης της φύσης του οµολογιακού ως δανείου ρυθµιζόµενου στο αστικό κώδικα, η αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων θα συνηγορούσε υπέρ του επιτρεπτού οποιασδήποτε µορφής οµολογιακού δανείου. Αντίθετα, το κυρίως αναγκαστικού χαρακτήρα και αυξηµένης τυπικότητας εταιρικό δίκαιο θα επέβαλε τη λύση ότι η έκδοση δανείου εκτός των ρητών προβλέψεων Κ.Ν. 2190/20 από ελληνική ανώνυµη εταιρεία δεν επιτρέπεται.
Μετά το νέο νόµο 3156/03 η συζήτηση αυτή καθίσταται άνευ αντικειµένου, καθώς ήδη στην εισηγητική έκθεση του πρώτου άρθρου αναφέρεται: "ως προς το είδος του δανείου, η διάκριση πραγµατοποιείται µε γνώµονα τις τυχόν επιµέρους ρήτρες που περιέχονται στους όρους του δανείου αναφορικά µε την εξόφληση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό. .." και ότι ". . . η εκτενής ρύθµιση ορισµένων ζητηµάτων στο σχέδιο νόµου δεν υπονοεί ότι ο,τιδήποτε δεν προβλέπεται απαγορεύεται. Άλλωστε σε καθεστώς ελεύθερης ιδιωτικής οικονοµίας είναι ιδιαίτερα ωφέλιµη, αν όχι αναγκαία, η ευέλικτη προσαρµογή της αγοράς µε τις κατά το δυνατόν λιγότερες νοµοθετικές παρεµβάσεις."
Με το νέο νόµο καταργείται το άρθρο. 3γ του Κ.Ν.2190/20, που ρύθµιζε τα ενυπόθηκα οµολογιακά δάνεια. Ήδη στην εισηγητική έκθεση επί του πρώτου άρθρου του νόµου αναφέρεται ότι: "∆εν αποτελεί ρήτρα που διακρίνει το είδος του δανείου η παροχή οποιασδήποτε µορφής εµπράγµατης ή προσωπικής εξασφάλισης", ενώ ο νόµος ρυθµίζει το θέµα της παροχής εξασφαλίσεων για τα οµολογιακά δάνεια ενιαία στο αρθρ. 12. Το ζήτηµα των εξασφαλίσεων θα το αντιµετωπίσουµε στο τρίτο µέρος της µελέτης.
Επίσης µε το νέο νόµο προβλέπεται ρητά ένα νέο είδος οµολογιακού δανείου: το οµολογιακό δάνειο µε ανταλλάξιµες οµολογίες. Το ανταλλάξιµο οµολογιακό δάνειο µοιάζει µε το µετατρέψιµο στο ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εξόφληση του κεφαλαίου της οµολογίας µε δόση αντί καταβολής (ΑΚ 419) κατ΄ επιλογή του οµολογιούχου. Διαφέρει όµως από αυτό στα εξής σηµεία:
α) Στην περίπτωση του ανταλλάξιµου, οι οµολογίες µπορούν να ανταλλαγούν µε οποιοδήποτε επενδυτικό αξιόγραφο ενώ στην περίπτωση του µετατρέψιµου οι οµολογίες µετατρέπονται αποκλειστικά σε µετοχές
β) Οι τίτλοι µε τους οποίους ανταλλάσσονται οι οµολογίες πρέπει να υφίστανται (και να βρίσκονται στην κατοχή της εκδότριας ή του τρίτου κυρίου των που υπόσχεται την ανταλλαγή) τουλάχιστον κατά το χρόνο κάλυψης του δανείου 2 , δηλαδή το αργότερο κατά το χρόνο που ο οµολογιούχος αναλαµβάνει την υποχρέωση δανεισµού της εκδότριας. Αντίθετα οι µετοχές στις οποίες µετατρέπονται οι οµολογίες είναι πάντοτε νεοεκδιδόµενες.
γ) Οι τίτλοι που ανταλλάσσονται µπορεί να είναι έκδοσης ή κυριότητας της εκδότριας των οµολογιών ή/και ενός τρίτου προσώπου, στον οποίον ο νόµος αναφέρεται ως ο "κύριος" των προς ανταλλαγή τίτλων. Αντίθετα, οι µετοχές στις οποίες µετατρέπονται οι οµολογίες είναι πάντοτε µετοχές εκδόσεως της εκδότριας των οµολογιών, η δε κτήση τους από τον οµολογιούχο είναι πρωτότυπη (εγγραφή στο µετοχικό κεφάλαιο). Η ανταλλαγή, λοιπόν, είναι µία πράξη που λαµβάνει χώρα στη δευτερογενή αγορά, καθώς απαιτεί µεταβίβαση υφιστάµενου τίτλου, ενώ η µετατροπή είναι πράξη της πρωτογενούς αγοράς, δηλαδή έκδοση κεφαλαίου.
δ) Tο ανταλλάξιµο οµολογιακό δάνειο µπορεί να µην αλλοιώνει τη µετοχική σύνθεση της εκδότριας των οµολογιών, καθώς είναι δυνατόν να προσφέρονται σε ανταλλαγή άλλοι τίτλοι, πέραν των µετοχών της συγκεκριµένης εκδότριας. Αυτό δεν ισχύει για το µετατρέψιµο δάνειο, το οποίο έχει πάντοτε συνέπειες - µικρής ή µεγάλης - αλλοίωσης της µετοχικής σύνθεσης της εκδότριας.
ε) Για τον παραπάνω λόγο, προκειµένου για την έκδοση του ανταλλάξιµου δανείου αρκεί επί αποφάσεως γενικής συνελεύσεως απλή απαρτία και πλειοψηφία, η δε σχετική αρµοδιότητα έκδοσής των δύναται να µεταβιβαστεί, είτε δια καταστατικής ρυθµίσεως, είτε δι΄ αποφάσεως της γενικής συνέλευσης λαµβανοµένης µε απλή απαρτία και πλειοψηφία, στο ∆.Σ. της εταιρείας, το οποίο προβαίνει στη λήψη σχετικής απόφασης µε απλή απαρτία και πλειοψηφία των µελών του. Επί καταστατικής ρυθµίσεως, η µεταβίβαση της αρµοδιότητας µπορεί να είναι χρονικά απεριόριστη. Αντίθετα, η έκδοση του µετατρέψιµου οµολογιακού δανείου απαιτεί και µε βάση τις ρυθµίσεις των κοινοτικών Οδηγιών τήρηση αυξηµένων διατυπώσεων, όπως παρακάτω υπό (3) στο παρόν µέρος της µελέτης αναλύουµε, είναι δε περιορισµένη ποσοτικά, όταν διενεργείται από το ∆ιοικητικό Συµβούλιο.


∆ιαδικασίες έκδοσης
Με τον όρο διαδικασίες έκδοσης νοούνται στην παρούσα µελέτη: α) οι όροι και οι προϋποθέσεις λήψης της σχετικής απόφασης σύµφωνα µε το εταιρικό δίκαιο και β) οι διαδικασίες κάλυψης και διάθεσης των οµολογιών από πλευράς εταιρικού, αλλά και χρηµατιστηριακού δικαίου.
Ως προς το εταιρικό δίκαιο σηµειώνονται τα εξής:  Ο νέος νόµος ενδυναµώνει το διοικητικό συµβούλιο της εταιρείας εις βάρος ουσιαστικά της γενικής συνέλευσης και αυτό το φαινόµενο δεν περιορίζεται, όπως θα ανέµενε κανείς, σε ζητήµατα έκδοσης οµολογιακών δανείων αλλά επεκτείνεται και σε ζητήµατα έκδοσης µετοχών. Το κοινό και το ανταλλάξιµο οµολογιακό δάνειο µπορούν να εκδίδονται σύµφωνα µε το αρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 3156/03 :
α) Από τη γενική συνέλευση της εταιρείας. Αρκεί απλή απαρτία και πλειοψηφία β) Από το διοικητικό συµβούλιο της εταιρείας:
β.1) Κατόπιν απευθείας ανάθεσης της σχετικής αρµοδιότητας στο ∆Σ µε διάταξη του καταστατικού. Η εξουσία αυτή του ∆Σ, εφόσον προέρχεται από το Καταστατικό, δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισµό
β.2) Κατόπιν ανάθεσης της αρµοδιότητας µε απόφαση της γενικής συνέλευσης, που
λαµβάνεται µε απλή απαρτία και πλειοψηφία. Η ανάθεση της αρµοδιότητας µε απόφαση της γενικής συνέλευσης έχει, σύµφωνα και µε τα διαλαµβανόµενα στην εισηγητική έκθεση του πρώτου άρθρου του Ν. 3156/03, maximum χρονικό ορίζοντα πενταετίας δυνάµενο να παραταθεί ισόχρονα µε την τήρηση αντίστοιχης διαδικασίας. Αξίζει στο σηµείο αυτό να υπογραµµισθεί ότι επί ανταλλάξιµου και κοινού οµολογιακού δανείου, ο νόµος κάνει λόγο για "µεταβίβαση" της αρµοδιότητας έκδοσης ενώ επί µετατρέψιµου οµολογιακού δανείου, ο νόµος στο αρθρ. 3α Κ.Ν.2190/20 , όπως αυτό τροποποιήθηκε µε το αρθρ. 15 Ν.3156/03 , κάνει λόγο για "εξουσιοδότηση" του ∆ιοικητικού Συµβουλίου από τη γενική συνέλευση, στα πλαίσια της γενικότερης διάταξης του αρθρ. 13 παρ. Κ.Ν.2190/20 . Το οµολογιακό δάνειο µε δικαίωµα συµµετοχής στα κέρδη εκδίδεται αποκλειστικά µε απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, που λαµβάνεται µε αυξηµένη απαρτία και πλειοψηφία.
Καταργείται έτσι η δυνατότητα που παρείχε το παλαιό 13 παρ. 1 Κ.Ν.2190/20 για έκδοση τέτοιου δανείου και από το διοικητικό συµβούλιο.
Το µετατρέψιµο οµολογιακό δάνειο εκδίδεται:
α) Από τη γενική συνέλευση της εταιρείας µε απόφασή της που λαµβάνεται µε αυξηµένη απαρτία και πλειοψηφία
β) Από το διοικητικό συµβούλιο µε τις προϋποθέσεις του αρθρ. 13 παρ. 1 Κ.Ν.2190/20, όπως αυτό τροποποιήθηκε µε το αρθρ. 15 παρ. 14 επ. Ν.3156/03 .
 Σύµφωνα µε τη νέα αυτή διάταξη, το διοικητικό συµβούλιο δύναται να αυξάνει το µετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας µε απόφασή του που λαµβάνεται µε πλειοψηφία 2/3 του συνόλου των µελών του µε τρεις περιορισµούς:
α) Απαιτείται προηγούµενη είτε ανάθεση της σχετικής αρµοδιότητας µε διάταξη του καταστατικού της εταιρείας, είτε εξουσιοδότηση του ∆ιοικητικού Συµβουλίου από τη γενική συνέλευση, µε απόφασή της που λαµβάνεται µε αυξηµένη απαρτία και πλειοψηφία. Η απόφαση αυτή υπόκειται στις διατυπώσεις δηµοσιότητας του αρθρ. 7β ΚΝ 2190/20 .
β) Και στις δύο περιπτώσεις η ανάθεση και η εξουσιοδότηση αντίστοιχα ισχύουν για µέγιστο χρονικό διάστηµα πενταετίας, το οποίο µπορεί να παραταθεί για µέγιστο χρόνο επίσης πενταετίας 4 µε απόφαση της γενικής συνέλευσης ως άνω. Στην περίπτωση όµως της ανάθεσης µε καταστατική διάταξη, η πενταετία αυτή είναι υποχρεωτικά η πρώτη πενταετία από την ίδρυση της εταιρείας. Για τον υπόλοιπο χρόνο λειτουργίας, η ανάθεση της σχετικής αρµοδιότητας γίνεται µε εξουσιοδότηση που δίδεται στο ∆ιοικητικό Συµβούλιο µε απόφαση της γενικής συνέλευσης.
γ) Και στις δύο περιπτώσεις το συνολικό ποσό της αύξησης δεν µπορεί να υπερβαίνει, στην µεν περίπτωση της καταστατικής πρόβλεψης, το ποσό του αρχικού µετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, στη δε περίπτωση της εξουσιοδότησης από τη γενική συνέλευση, το ποσό του καταβεβληµένου, κατά τη στιγµή της λήψης της περί εξουσιοδότησης απόφασης από τη γενική συνέλευση, µετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.
Αξίζει στο σηµείο αυτό να τονιστούν οι πιθανές συνέπειες από την αλληλεπίδραση των διατάξεων του παρόντος νόµου µε τις διατάξεις της απόφασης 2/258/2003 του ∆.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τις δηµόσιες προτάσεις. Σύµφωνα µε το αρθρ. 8 της απόφασης αυτής, το ∆ιοικητικό Συµβούλιο της εταιρείας που δέχεται την πρόταση εξαγοράς ("εταιρεία στόχος") δεν επιτρέπεται να προβεί χωρίς να έχει λάβει προηγουµένως ειδική άδεια από τη γενική συνέλευση σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα µπορούσε να οδηγήσει σε µαταίωση της δηµόσιας πρότασης.

Ερωτάται: µπορεί το ∆ιοικητικό Συµβούλιο να εκδώσει οµολογιακό δάνειο, εφόσον του έχει µεταβιβαστεί ή ανατεθεί η σχετική αρµοδιότητα µε καταστατική διάταξη ή απόφαση της γενικής συνέλευσης των µετόχων; Εδώ θα πρέπει να διακρίνουµε τις εξής περιπτώσεις:
α) Κερδοφόρο οµολογιακό δάνειο: δεν δηµιουργείται ζήτηµα, καθώς αυτό δεν µπορεί ούτως ή άλλως να εκδοθεί απευθείας από το ∆Σ
β) Μετατρέψιµο οµολογιακό δάνειο: το δάνειο αυτό µπορεί να εκδοθεί µόνο υπό τις προϋποθέσεις του στ. (α) του αρθρ. 8 της απόφασης περί δηµοσίων προτάσεων σύµφωνα µε το οποίο η έκδοση επιτρέπεται µόνο αν το ∆.Σ. είχε, τουλάχιστον (18) µήνες πριν, εξουσιοδοτηθεί από τη γενική συνέλευση και δεν έχουµε κατάργηση ή περιορισµό του δικαιώµατος προτίµησης. Θεωρούµε ότι ∆.Σ., το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί από τη γενική συνέλευση για έκδοση εντός πενταετίας µετατρέψιµου οµολογιακού δανείου στα πλαίσια των νέων άρθρων 3α (β) και 13 παρ. 1 (β) Κ.Ν.2190/20, δύναται να προβεί στην έκδοσή του και µετά την υποβολή της δηµόσιας πρότασης. Ερώτηµα υπάρχει σχετικά µε την περίπτωση, που η σχετική αρµοδιότητα για την έκδοση του δανείου έχει χορηγηθεί µε διάταξη του καταστατικού.
Θεωρούµε ότι στην περίπτωση της καταστατικής πρόβλεψης, έχουµε µεταβίβαση της αρµοδιότητας στο ∆Σ και όχι εξουσιοδότηση του τελευταίου. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το ∆.Σ. δεν µπορεί να προβεί σε έκδοση µετατρέψιµου δανείου και µετά την υποβολή της δηµόσιας πρότασης, εφόσον η σχετική αρµοδιότητά του έχει µεταβιβαστεί µε καταστατική πρόβλεψη. Εξάλλου, το ζήτηµα δεν αναµένεται να έχει µεγάλη πρακτική σηµασία, καθώς η δυνατότητα καταστατικής µεταβίβασης της αρµοδιότητας έκδοσης µετατρέψιµου οµολογιακού δανείου στο ∆ιοικητικό Συµβούλιο υπάρχει µόνο για πέντε έτη από την ίδρυση της εταιρείας, ενώ το Π.∆.350/85 περί προϋποθέσεων εισαγωγής εταιρειών στην Κύρια Αγορά του ΧΑ απαιτεί ελάχιστη τριετή διάρκεια της εταιρείας, προκειµένου για την εισαγωγή των αξιών της προς διαπραγµάτευση. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι η ύπαρξη
εισηγµένης εταιρείας µε διάρκεια ζωής βραχύτερη της πενταετία, για την οποία υποβάλλεται δηµόσια πρόταση αγορά ή ανταλλαγής, δεν θα είναι ένα συχνό φαινόµενο.

γ) Κοινό ή ανταλλάξιµο οµολογιακό δάνειο: η έκδοση τέτοιων δανείων από το ∆ιοικητικό Συµβούλιο της εταιρείας στόχου θα πρέπει να θεωρείται ότι εµπίπτει στην παρ. (β) του αρθρ. 8 της απόφασης για τις δηµόσιες εξαγορές, που ορίζει ότι σηµαντικές διαχειριστικές πράξεις που µπορούν να µεταβάλλουν ουσιωδώς το ενεργητικό ή το παθητικό της εταιρείας απαγορεύονται, εκτός εάν το αρµόδιο όργανο τις έχει αποφασίσει πριν από την υποβολή της δηµόσιας πρότασης. Η γραµµατική ερµηνεία της διάταξης επιβάλλει να θεωρήσουµε ότι στην περίπτωση που η αρµοδιότητα έκδοσης των συγκεκριµένων δανείων έχει ανατεθεί στο ∆.Σ. µε διάταξη του Καταστατικού, τότε η έκδοσή τους επιτρέπεται µόνο πριν την υποβολή της δηµόσιας πρότασης. Ερωτάται όµως: αν η αρµοδιότητα έκδοσης των δανείων αυτών έχει µεταβιβαστεί από τη γενική συνέλευση στο συµβούλιο µε εφαρµογή της διάταξης του τελευταίου εδαφίου του αρθρ. 1 παρ. 2 Ν.3156/03 , µπορεί να το ∆.Σ. να προβεί σε έκδοσή τους; Ορθότερη φαίνεται η αρνητική απάντηση, καθώς σε αντίθεση µε τα µετατρέψιµα δάνεια, όπου γίνεται λόγος για εξουσιοδότηση του ενός εταιρικού οργάνου (∆.Σ.) από το άλλο (Γ.Σ.) στα πλαίσια του αρθρ. 13 παρ. 1 Κ.Ν.2190/20 , στην παρούσα περίπτωση ο νόµος µιλά περί µεταβίβασης της σχετικής αρµοδιότητας, έτσι ώστε µοναδικό όργανο αρµόδιο για τη διενέργεια της συγκεκριµένης διαχειριστικής πράξης, δηλαδή την έκδοση του δανείου, να καθίσταται το διοικητικό συµβούλιο. Επιπλέον, η "εξουσιοδότηση" του διοικητικού συµβουλίου για έκδοση κοινού και ανταλλάξιµου δανείου στα πλαίσια του άρθρο 1 παρ. 2 Ν.3156/02 είναι πολύ ευρύτερη αυτής του άρθρο 13 παρ. 1 Κ.Ν.2190/20 µε δεδοµένο ότι στη δεύτερη περίπτωση υφίσταται σηµαντικός ποσοτικός περιορισµός του ύψους της έκδοσης που ισούται µε το καταβεβληµένο µετοχικό κεφάλαιο, περιορισµός ο οποίος δεν υφίσταται στην περίπτωση των κοινών και ανταλλάξιµων δανείων. Για το λόγο αυτό ο νόµος κάνει λόγο, όχι για εξουσιοδότηση αλλά για µεταβίβαση της αρµοδιότητας έκδοσης.
Από πλευράς ευρύτερου χρηµατιστηριακού δικαίου, όσον αφορά στις διαδικασίες κάλυψης και διάθεσης των οµολογιών, ας σηµειωθεί ότι το οµολογιακό δάνειο µπορεί να διατεθεί, είτε στο ευρύ επενδυτικό κοινό, οπότε γίνεται λόγος για κάλυψη της έκδοσης µε δηµόσια εγγραφή, είτε σε περιορισµένο κύκλο προσώπων, οπότε γίνεται λόγος για κάλυψη µε ιδιωτική τοποθέτηση. Για τη διάθεση οµολογιών στο ευρύ επενδυτικό κοινό εφαρµογής τυγχάνει η δια του αρθρ. 15 παρ.7 επ. Ν.3156/03 τροποποιηθείσα διάταξη του αρθρ. 8α Κ.Ν.2190/20 σύµφωνα µε την οποία για τη διενέργεια της εγγραφής απαιτούνται τα ακόλουθα: ελάχιστο µετοχικό κεφάλαιο του εκδότη ενάµισι εκατοµµύριο ευρώ, σύνταξη ενηµερωτικού δελτίου κατά τις διατάξεις του Π.∆.52/92 και µε την υποχρεωτική συµβολή αναδόχου, έγκριση της δηµόσιας εγγραφής και του δελτίου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και προηγούµενη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας (credit rating) της εταιρείας ή των οµολογιών. Επιπρόσθετα, η εκδότρια εταιρεία υποχρεούται να ζητήσει µέσα σε ένα έτος από την ολοκλήρωση της δηµόσιας εγγραφής την εισαγωγή των οµολογιών σε χρηµατιστήριο.
Ερωτάται: σε ποιο χρηµατιστήριο πρέπει να γίνει η αίτηση εισαγωγής και ποιες οι συνέπειες παράβασης της διάταξης από τον εκδότη των οµολογιών;
Φρονούµε ότι µπορεί να είναι οποιοδήποτε χρηµατιστήριο θελήσει ο εκδότης, θα πρέπει όµως να αποδεικνύεται η δυνατότητα των οµολογιούχων να διαπραγµατευτούν τους τίτλους τους εκεί και έτσι να επιτυγχάνεται ο σκοπός της διάταξης, που είναι η δηµιουργία ουσιαστικής και ρευστής δευτερογενούς αγοράς για τους εκδοθέντες τίτλους µε στόχο τη διευκόλυνση του οµολογιούχου να µεταπωλήσει τον τίτλο του. Στο δεύτερο ερώτηµα γίνεται γενικά δεκτό ότι στην περίπτωση παραβίασης από τον εκδότη της υποχρέωσής του αυτής από τη διάταξη του άρθρ. 8α Κ.Ν.2190/20 , δεν τίθεται θέµα ακύρωσης των µε δηµόσια εγγραφή εκδοθέντων τίτλων, αλλά τίθεται θέµα αποζηµίωσης (914 ΑΚ) των οµολογιούχων ή µετόχων κ.λ.π., που ζηµιώθηκαν από την παράλειψη αυτή, καθώς και θέµα ποινικής ευθύνης των µελών της διοίκησης της εταιρείας.

Πώς όµως προσδιορίζεται η ζηµία του οµολογιούχου και το ύψος της αποζηµίωσης που του οφείλει εκδότης;
Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι µε εφαρµογή της διάταξης της ΑΚ 297 εδ. 2 - in natura αποκατάσταση της ζηµίας - ο οµολογιούχος δικαιούται να ζητήσει άµεση εξαγορά του τίτλου από τον εκδότη. Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση οµάδας οµολογιούχων. Η αποζηµίωση in natura είναι ευχερής για την οµολογία, ενώ είναι αδύνατη σε περίπτωση µετοχών, όπου θα απαιτούσε µείωση του µετοχικού κεφαλαίου 5 , η οποία επιτρέπεται από το εταιρικό δίκαιο µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω ακριβώς του υπολειµµατικού χαρακτήρα της επιστροφής της αξίας της µετοχής, που επιβάλλει την πρόταξη της ικανοποίησης των απαιτήσεων των ενυπόθηκων και εγχειρόγραφων πιστωτών της εταιρείας. Επιπροσθέτως, η in natura αποκατάσταση της ζηµίας του οµολογιούχου, είναι εφικτή, σε αντίθεση µε την αντίστοιχη του µετόχου, στις περιπτώσεις αυτές, και για έναν ακόµη λόγο: Γενικά (και όχι µόνο στο δίκαιο της αποζηµιώσεως) κρατεί η γνώµη, ότι κρίσιµος χρόνος για τον υπολογισµό της αξίας µίας παροχής είναι ο χρόνος στον οποίον παρέχεται η έννοµη προστασία. Τούτο σηµαίνει ότι κρίσιµο στοιχείο για τον υπολογισµό της πραγµατοποιηθείσας από τον επενδυτή ζηµίας είναι η αξία που σήµερα έχει ο εκδοθείς τίτλος, άλλως η τιµή που αυτός θα είχε στη δευτερογενή αγορά, δηλαδή στο χρηµατιστήριο, εάν είχε εισαχθεί. Ενώ η παρούσα αξία της οµολογίας είναι σχετικά ευχερώς υπολογίσιµη, στη µετοχή κάτι τέτοιο είναι σχεδόν ανέφικτο για τους λόγους που ανωτέρω στην εισαγωγή αναλύθηκαν.
Στην περίπτωση δηλαδή των µετοχών, ακόµη και η χρηµατική αποζηµίωση του µετόχου για τη µη εισαγωγή του τίτλου προς διαπραγµάτευση κρίνεται εξαιρετικά δυσχερής, λόγω της δυσκολίας προσδιορισµού του ύψους της ζηµίας και της αδυναµίας αποκατάστασης της προτέρας κατάστασης µε παροχή αποζηµίωσης in natura. Tέλος, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι στην περίπτωση του οµολογιακού δανείου, η µη τήρηση από τον εκδότη της υποχρεώσεώς του που επιβάλλεται από το νόµο θεµελιώνει σπουδαίο λόγο για καταγγελία του δανείου από την πλευρά του οµολογιούχου ή της οµάδας των οµολογιούχων, κάτι το οποίο επίσης δεν µπορεί να εφαρµοστεί στην περίπτωση των µετοχών, καθώς η µετοχική σχέση δεν καταγγέλλεται. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η µη τήρηση από τον εκδότη της υποχρέωσής του περί υποβολής αιτήσεως εισαγωγής των σε δηµόσια εγγραφή εκδοθέντων τίτλων σύµφωνα µε την υπό εξέταση διάταξη του αρθρ. 8α ΚΝ 2190/20 θα πρέπει να θεωρείται ως παράβαση διατάξεως της χρηµατιστηριακής νοµοθεσίας, η οποία επισύρει την επιβολή διοικητικών ποινών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατ΄ εφαρµογή του αρθρ. 76 παρ. 10 Ν. 1969/91 .

Μορφές οµολογιακών δανείων και µεταβίβαση των οµολογιών

 Ως µορφή του οµολογιακού δανείου νοείται η ενσώµατη ή άυλη έκδοσή του, καθώς κι ο χαρακτήρας του τίτλου ως ονοµαστικού ή ανωνύµου. Ο Ν. 2396/96 στα αρθρ. 39 επ. έθεσε το θεσµικό πλαίσιο για τη µετατροπή των εισηγµένων στο Χρηµατιστήριο Αθηνών µετοχών σε άϋλους τίτλους (αποϋλοποίηση). Η διαδικασία της αποϋλοποίησης των µετοχών αυτών ξεκίνησε από το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών (ΚΑΑ) το Μάρτιο του 1999 και ολοκληρώθηκε µε εκποιήσεις των ανωνύµων µετοχών που δεν µετατράπηκαν σε άυλους τίτλους το Σεπτέµβριο του 2000. Ο ίδιος νόµος είχε ορίσει ότι όλες οι νέες εισαγωγές µετοχών στο Χρηµατιστήριο Αθηνών θα διενεργούνταν σε άϋλη µορφή.
Ακολούθως ο Ν.2954/01 στο αρθρ. 16 , το οποίο τροποποιούσε το αρθρ. 58 Ν.2533/97 , όρισε ότι όλοι οι νέοι χρεωστικοί τίτλοι, δηλαδή και οι εταιρικές οµολογίες, που εισάγονται προς διαπραγµάτευση στο ΧΑ είναι υποχρεωτικά άυλοι, προέβλεψε δε δυνατότητα αποϋλοποίησης, µετατροπής δηλαδή ενσώµατων τίτλων σε άϋλες εγγραφές, µόνο για οµολογίες ήδη εισηγµένες στο ΧΑ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι µέχρι την ψήφιση του Ν.3156/03, εφόσον οι οµολογίες που εκδίδονταν σε οµολογιακό δάνειο, έβαιναν προς εισαγωγή στο ΧΑ, η µορφή του δανείου έπρεπε να είναι υποχρεωτικά άϋλη.
Ο Ν.3156/03 δίνει στον εκδότη τη δυνατότητα να επιλέξει είτε την ενσώµατη, είτε την άϋλη έκδοση του δανείου του και προσδιορίζει ως αρµόδια µητρώα για την καταχώριση της άυλης έκδοσης, είτε το Σύστηµα Άϋλων Τίτλων (ΣΑΤ) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών, είτε το Σύστηµα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (ΣΛΠΣ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ). Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες επισηµάνσεις:
α) Σύµφωνα µε το αρθρ. 16 Ν.2954/03 και δεδοµένου του ότι το ΚΑΑ είναι σύµφωνα µε τη διάταξη του αρθρ. 105 Ν.2533/97 , όπως ισχύει, και τις οικείες αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο φορέας εκκαθάρισης και διακανονισµού των συναλλαγών που συνάπτονται στο ΧΑ, καθώς και ο φορέας καταγραφής των τίτλων αυτών, οµολογίες που τελούν υπό διαπραγµάτευση στο ΧΑ πρέπει να καταχωρούνται (και) στο Σύστηµα Άϋλων Τίτλων του ΚΑΑ σε άϋλη µορφή. Για τις διαδικασίες καταχώρισης και την άσκηση των δικαιωµάτων των οµολογιούχων κ.λ.π. εφαρµογής τυγχάνουν τα αρθρ. 101 επ. της υπ΄ αρ. 9820/154/99 απόφασης του ∆Σ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως ισχύει (Κανονισµός Εκκαθάρισης και Λειτουργίας του ΣΑΤ)
β) Σε περίπτωση άϋλης έκδοσης, η οργάνωση των οµολογιούχων σε οµάδα και ο ορισµός εκπροσώπου είναι υποχρεωτικά ( αρθρ. 3 και 4 Ν.3156/03 )
γ) Συνάγεται ερµηνευτικά από τα αρθρ. 4 και 12 Ν.3156/03 , όπου προβλέπεται η εκ των υστέρων οργάνωση των οµολογιούχων σε οµάδα, αλλά και από το αρθρ. 1 παρ. 8 του ίδιου νόµου ότι είναι δυνατή η µεταβολή της µορφής της έκδοσης από άϋλη και ενσώµατη και το αντίστροφο, εφόσον όµως συναινούν όλα τα συµβαλλόµενα στο οµολογιακό δάνειο µέρη, δηλαδή η εκδότρια του οµολογιακού και οι οµολογιούχοι ή η συνέλευσή τους µε τις προϋποθέσεις του αρθρ. 1 παρ. 8. Θα πρέπει εδώ να παρατηρηθεί, βέβαια, ότι η µεταβολή της µορφής από ενσώµατη σε άυλη θα είναι σχετικά δύσκολη για οµολογίες µε µεγάλη διασπορά κι αυτό γιατί θα πρέπει να καταρτισθεί µητρώο οµολογιούχων που να παραδοθεί στο κεντρικό σύστηµα αύλων τίτλων για τη διενέργεια των εγγραφών. Για τους λόγους αυτούς είναι προτιµότερο να εκδίδονται εξαρχής ως άυλα οµολογιακά δάνεια, τα οποία διατίθενται µε δηµόσια εγγραφή ή τοποθετούνται ιδιωτικά µε ευρύτερο κύκλο επενδυτών ή αναµένονται να έχουν αρκετή εµπορευσιµότητα ή πρόκειται να εισαχθούν στο ΧΑ έστω και όχι άµεσα.
δ) Ως άυλες µπορούν να εκδοθούν και οµολογίες που δεν εισάγονται στο χρηµατιστήριο. Το ΚΑΑ και η ΤτΕ υποχρεούνται να προχωρήσουν σε σχετική καταγραφή των τίτλων, εφόσον τους υποβληθεί σχετικό αίτηµα από τον εκδότη, στον οποίο έχει δοθεί από το νόµο η σχετική επιλογή. Η καταγραφή θα διενεργείται σύµφωνα µε τους οικείους Κανονισµούς Λειτουργίας των σχετικών µητρώων. Για τη µεταβίβαση των οµολογιών, εφαρµογής τυγχάνει η διάταξη του αρθρ. 2 Ν. 3156/03 . Γενικά, µεταβίβαση επενδυτικών αξιόγραφων µπορεί να διενεργηθεί, εάν µεν αυτά είναι εισηγµένα προς διαπραγµάτευση σε χρηµατιστήριο, είτε µέσω του χρηµατιστηρίου, είτε εξωχρηµατιστηριακά, εάν δε αυτά δεν είναι εισηγµένα, πάντοτε εκτός χρηµατιστηρίου.
Οµολογίες εισηγµένες στο ΧΑ µεταβιβάζονται ελεύθερα, τόσο διά του χρηµατιστηρίου, όσο και εξωχρηµατιστηριακά (αρθρ. 15 παρ. 11(θ), όπως τροποποιήθηκε από το αρθρ. 16 Ν. 2954/01 ), ο δε διακανονισµός τους λαµβάνει χώρα, επί µεν χρηµατιστηριακών συναλλαγών µία εργάσιµη ηµέρα µετά τη συναλλαγή (Τ+1) (αρθρ. 36 παρ. 1 Κανονισµού Εκκαθάρισης και Λειτουργίας του ΣΑΤ - απόφαση ∆Σ Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 9820/154/1999 , όπως ισχύει), επί δε εξωχρηµατιστηριακών συναλλαγών, τρεις εργάσιµες ηµέρες µετά την υποβολή των σχετικών εγγράφων στο ΚΑΑ (αρθρ. 63 του ως άνω Κανονισµού).

Οµολογίες µη εισηγµένες στο ΧΑ θα µεταβιβάζονται:
α) Eφόσον είναι καταχωρηµένες στο ΣΑΤ του ΚΑΑ, µε εφαρµογή του ως άνω αρθρ.63
β) Eφόσον είναι καταχωρηµένες στο ΣΛΠΤΛΜ της Τράπεζας της Ελλάδος, µε εφαρµογή του οικείου Κανονισµού
γ) Eφόσον είναι ενσώµατοι τίτλοι, σύµφωνα µε το κοινό περί αξιογράφων δίκαιο. Οι οµολογίες µπορούν να εκδοθούν, είτε ως ονοµαστικοί, είτε ως ανώνυµοι τίτλοι. Ο µόνος περιορισµός που τίθεται από το Ν.3156/03 στο αρθρ. 7 παρ. 3 είναι ότι, εφόσον οι υπό ανταλλαγή τίτλοι, σε περίπτωση ανταλλάξιµου οµολογιακού δανείου, είναι υποχρεωτικά ονοµαστικοί, οι ανταλλάξιµες οµολογίες εκδίδονται ως ονοµαστικές υποχρεωτικά. Στο δεύτερο µέρος του άρθρου θα συνεχίσουµε την παρουσίαση του νέου θεσµικού πλαισίου αντιµετωπίζοντας ζητήµατα της οµάδας και του εκπροσώπου των οµολογιούχων.

 ∆άνεια στα οποία η καταβολή του τόκου εξαρτάται από την κερδοφορία της επιχείρησης, η δε µη ικανοποιηθείς αξίωση περί καταβολής µεταφέρεται στις επόµενες χρήσεις.
Ως “κάλυψη” δανείου, µετοχικού κεφαλαίου κλπ. νοείται η ανάληψη υποχρέωσης για καταβολή του αντιτίµου εγγραφής στην αύξηση του µετοχικού κεφαλαίου ή στην έκδοση του δανείου. Πρόκειται για στάδιο που προηγείται της καταβολής του κεφαλαίου ή του δανείου.
Ο νόµος δίνει στο άρθρο 7, στο οποίο ρυθµίζει το ανταλλάξιµο οµολογιακό, εναλλακτικά τη δυνατότητα στον παρέχοντα το δικαίωµα ανταλλαγής, ο οποίος µέχρι το χρόνο κάλυψης του δανείου δεν έχει ακόµη αποκτήσει την κυριότητα των προς ανταλλαγή τίτλων, να έχει προβεί σε σύναψη συµβάσεως παραγώγου µε την οποία να διασφαλίζεται η δυνατότητα εµπρόθεσµης απόκτησης των προς ανταλλαγή τίτλων. Θεωρούµε ότι η διάταξη απαιτεί ουσιαστικά την εκκαθάριση της χρηµατιστηριακής ή εξωχρηµατιστηριακής αυτής σύµβασης παραγώγου µεσώ συστήµατος κεντρικού αντισυµβαλλοµένου προκειµένου να εξαλείφεται ο πιστωτικός κίνδυνος και να πληρείται η προϋπόθεση του νόµου για διασφάλιση της δυνατότητας εµπρόθεσµης παράδοσης των τίτλων.
Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και για την περίπτωση που η σχετική εξουσιοδότηση έχει παρασχεθεί δια του Καταστατικού πέρα από τη διατύπωση της διάταξης που µε γραµµατική ερµηνεία θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως επιβάλλουσα την πενταετία (βλ. άρθρο 15 παρ. 14 Ν.3156/03 ).
 Αποκατάσταση in natura µπορεί το δικαστήριο να διατάξει σε ειδικές περιστάσεις και πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η µε αυτόν τον τρόπο αποζηµίωση δεν προσκρούει στο συµφέρον του δανειστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου