Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

"Ελληνικές Συνεταιριστικές Τράπεζες...Η αρχή του τέλους"



  Γενική Θεώρηση Συνεταιριστικών Τραπεζών


Η διεθνής θεωρία και η πρακτική επιβεβαιώνουν οπωσδήποτε τον ορισμό, σύμφωνα προς τον οποίο συνεταιρισμός είναι μια αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκεντρώνουν τις δυνάμεις εκούσια για να ικανοποιήσουν όχι μόνο οικονομικές αλλά και κοινωνικές, καθώς και πολιτιστικές ανάγκες και επιδιώξεις τους, μέσω της επιχειρήσεως συλλογικής ιδιοκτησίας, όπου όμως η εξουσία ασκείται δημοκρατικά. Γι αυτό οι συνεταιρισμοί, τόσο οι αστικοί όσο και οι αγροτικοί, οφείλουν να έχουν ως θεμελιώδεις αξίες τους την ανάληψη ευθύνης αλλά και την υπευθυνότητα των μελών τους, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και τη δημοκρατία. Με άλλα λόγια, τα μέλη των συνεταιρισμών ασπάζονται και προσχωρούν σε μια ηθική, βασισμένη στην εντιμότητα, τη διαφάνεια, την κοινωνική υπευθυνότητα και την αλληλοβοήθεια.

Αναμφισβήτητα, ο πιστωτικός συνεταιρισμός είναι ένας κοινωνικοοικονομικός και κατεξοχήν ανθρωποκεντρικός θεσμός, μια ιδιότυπη κοινωνικοοικονομική μονάδα με ιδανικά που θέτει, στη διάθεση και στην υπηρεσία του ελεύθερου χρόνου ορισμένες οικονομικές λειτουργίες, οι οποίες όμως δεν στηρίζονται ούτε συνεπάγονται την άκριτη και στυγνή εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τούτο δεν επιτυγχάνεται παρά το γεγονός ότι οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες ενός συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος, δηλαδή που εποπτεύεται σωστά, καταλήγουν στο καλύτερο δυνατό οικονομικό αποτέλεσμα. Στην επίτευξη αυτού του οικονομικού αποτελέσματος συμβάλλουν ενεργά αλλά και επωφελούνται όλοι - συνέταιροι, μέλη διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου, υπάλληλοι του πιστωτικού συνεταιρισμού - τα ποικίλα οφέλη που αντλούνται από ολόκληρο τον τοπικό κοινωνικοοικονομικό περίγυρο.
Εκεί που βιώνεται στην πράξη η αρετή της συνεταιριστικής πίστεως προκύπτουν διαχρονικά επιτεύγματα που είναι σχεδόν απίστευτα για όσους δεν είχαν την εμπειρία και την δυνατότητα της συμμετοχής σε μια τέτοια οργάνωση. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η Συνεταιριστική τράπεζα λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο στην σφαίρα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, χωρίς καμία οικονομική ή άλλη εξάρτηση από το κράτος, εφαρμόζει απαρέγκλιτα τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια κατά την άσκηση της χρηματοπιστωτικής λειτουργίας της και παρόλο αυτά, επιτυγχάνεται να έχει το χαμηλότερο δυνατό λειτουργικό κόστος και να τηρεί τις θεμελιώδεις αρχές της αποδοτικότητας, της φερεγγυότητας, της ρευστότητας και της ασφάλειας του συνεταιριστικού κεφαλαίου. Από την τελευταία αυτή άποψη πρέπει να επισημανθεί ότι στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο όπου λειτουργούν και ευδοκιμούν οι φορείς της συνεταιριστικής πίστεως δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα χρεοκοπίας αμιγούς συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος.[1]
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται μεταξύ των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας το πνεύμα της οικονομίας και αποταμίευσης, ενώ καλλιεργούνται και εφαρμόζονται με μια δυναμική πολιτική συγκέντρωσης ίδιων κεφαλαίων σε τοπική κλίμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την κατά προτεραιότητα, χρηματοδότηση τοπικών και περιφερειακών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων και χρηματοδοτικών αυτών πόρων σε τοπικό επίπεδο αποφασίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της συνεταιριστικής τράπεζας, δηλαδή από εκπροσώπους των συνεταιρισμών που εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις του καταστατικού.[2] Στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μεγιστοποιείται η χρήση των αποταμιευτικών πόρων των συνεταιριστικών τραπεζών σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς αυτές συνδέονται μεταξύ τους με χρηματοπιστωτικές συμβάσεις και έχουν συνεκτική διοικητική διάρθρωση πού είναι σε θέση να αξιοποιεί κεφαλαία μεγάλου ύψους στις αγορές χρήματος και της κεφαλαιαγοράς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζονται και τα οφέλη των μεγάλων εμπορικών τραπεζών σε ότι αφορά τη διαχείριση των πιστωτικών κινδύνων, την απασχόληση ειδικών συμβούλων, την επίτευξη οικονομιών κλίμακας. 
Πρόσθετα διαπιστώνεται ότι εκεί όπου η άσκηση της συνεταιριστικής πίστεως γίνεται με συνέπεια και εφόσον εφαρμόζονται οι θεμελιώδεις αρχές και κανόνες της, επιτυγχάνεται σημαντικός περιορισμός των διοικητικών βαρών και του λειτουργικού κόστους των φορέων της, κυρίως χάρη στην αποκεντρωμένη οργάνωση, το συνεχή εσωτερικό έλεγχο του εκλεγμένου Εποπτικού Συμβουλίου, την αμεσότητα και απλότητα παροχής των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Οι συνεταιριστικές τράπεζες είναι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται σε κοινές συνεταιριστικές αρχές και κανόνες. Επισημάνεται ακόμη ότι τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα ακολουθούν ιδιαιτέρους τρόπους οργανώσεως που εκφράζονται με διαφορετικούς κανόνες δικαίου από ότι ισχύουν και εφαρμόζονται για τις άλλες κεφαλαιουχικές εταιρίες. Πρόσθετα δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι σήμερα οι φορείς ασκήσεώς της συνεταιριστικής πίστεως, όπως άλλωστε όλα τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα, έχοντας ειδικότερο θεσμικό πλαίσιο εφαρμόζουν την κοινωνική νομοθεσία καθώς και τους κανόνες ανταγωνισμού στο ευρύ πλαίσιο της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η συνεταιριστική τράπεζα μπορεί να συγκεντρώσει ένα σημαντικό μέρος της τοπικής κοινωνικής αποταμιεύσεως με πολύ χαμηλό κόστος και να το αξιοποιήσει εξ ολοκλήρου στην τοπική αγορά, τόσο για την χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων και επαγγελματιών όσο και για την χορήγηση προσωπικών, στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων. Η ανακύκλωση αυτών των τοπικών χρηματοδοτικών πόρων μπορεί μάλιστα να συνυπάρξει συμπληρωματικά με τις εμπορικές τράπεζες.
Από την άλλη πλευρά η ορθή αξιοποίηση των δυνατοτήτων των φορέων της συνεταιριστικής πίστεως θα προκαλέσει και στη Ελλάδα μια καλώς εννοούμενη ένταση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο προς όφελος του συναλλασσόμενου κοινού, αφού οι εμπορικές τράπεζες θα έχουν επιπλέον σοβαρό λόγο να προσφέρουν καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες και νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα στην πελατεία τους. Τονίζεται και πάλι ότι η ιδιότητα του μέλους της συνεταιριστικής τράπεζας κατά κανένα τρόπο δεν εμποδίζει ούτε αποκλείει τις συναλλαγές του με οποιαδήποτε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ή με το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.[3]

Ιστορία Συνεταιριστικών Τραπεζών στην Ευρώπη
Η εμφάνιση του πιστωτικού συνεταιρισμού τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Γερμανία. Η γένεση του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως και κάθε συνεταιρισμού αποτελεί απάντηση στο κοινωνικό πρόβλημα που δημιούργησαν στις χώρες της Ευρώπης οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η κατάργηση της φεουδαρχίας και των συντεχνιών, η επικράτηση του οικονομικού φιλελευθερισμού, η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η τεχνική πρόοδος που παρουσιάστηκε το 19ο αιώνα κατέστησαν το κεφάλαιο ρυθμιστή της οικονομικής διαδικασίας με οδηγό το ατομικό συμφέρον. Η χρησιμοποίηση της μηχανής στην παραγωγή αγαθών και η ανάπτυξη των μεταφορικών μέσων έφεραν τεράστιες μεταβολές στην οικονομική συγκρότηση της Ευρώπης.[4] Οι μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες διέθεταν κεφάλαια για την αγορά μηχανών και πρώτων υλών για την παραγωγή αγαθών σε μεγάλες ποσότητες με προορισμό την ευρύτερη και μακρύτερη αγορά και όχι μόνο για τις οικογενειακές και τοπικές ανάγκες όπως συνέβαινε την περίοδο της κλειστής οικονομίας μετέφεραν με τα αναπτυχθέντα μεταφορικά μέσα τα βιομηχανικά προϊόντα σε όλες τις τοπικές οικονομίες και τα διέθεταν. Οι μικρές τοπικές οικονομίες καλούνται να ζήσουν σε συνθήκες ανταγωνισμού. Ο καπιταλισμός και ο ανταγωνιστικός τρόπος παραγωγής έφεραν τους μικρούς σε κατάσταση κρίσης. Μόνο όσοι διέθεταν τα χρήματα να προμηθευτούν τις νέες μηχανές μπορούσαν να επιβιώσουν στον απεριόριστα σκληρό ανταγωνισμό.
            Οι χειροτέχνες, οι αγρότες και οι μικροκαταστηματάρχες είχαν ανάγκη χρημάτων, έπρεπε να δανεισθούν για την αγορά μηχανών, δεν είχαν όμως πρόσβαση στις εμπορικές τράπεζες διότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις τους για παροχή εγγυήσεων για τα προηγούμενα δάνεια. Για τις εμπορικές τράπεζες, οι μικροί ήταν αφερέγγυοι, έτσι ήταν αναγκασμένοι να δανείζονται από περιοδεύοντες δανειστές, οι οποίοι όμως ζητούσαν υπερβολικά επιτόκια. Η τοκογλυφία και η εκμετάλλευση του καπιταλισμού είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική και κοινωνική αθλιότητα (εξαθλίωση) των μικρών οικονομιών (χειροτεχνών, μικρών επιχειρήσεων, εμπόρων, αγροτών). Στο σημείο αυτό πρέπει να προστεθεί, ότι οι μικροί περιήλθαν σε κατάσταση ανάγκης και εξαιτίας του γεγονότος έλλειψης των αναγκαίων γνώσεων για την προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες του καπιταλισμού.[5]
            Έτσι ουσιαστικά τέσσερις κύριοι παράγοντες οδήγησαν την απομάκρυνση αυτών των μεγάλων κοινωνικών ομάδων από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Ø  Φυσική τοποθεσία: Με τις μεταφορικές και επικοινωνιακές δομές ακόμα σε πρώιμο στάδιο και την προώθηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών συγκεντρωμένες στις αστικές περιοχές, η πρόσβαση σε αυτές ήταν ένα σημαντικό ζήτημα για τις αγροτικές περιοχές.
Ø  Ασυμμετρία πληροφοριών: Οι τράπεζες ήταν απρόθυμες να παρέχουν πίστωση σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες για τις οποίες δεν κατείχαν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες τους.
Ø  Νομικό πλαίσιο: Ο έλεγχος των συμβατικών υποχρεώσεων των πελατών δεν ήταν μόνο δαπανηρό αλλά και τεχνικά δύσκολο για τις τράπεζες.
Ø    Υψηλές τιμές: Όταν το επιτόκιο έγινε προσβάσιμο μέσω των τοκογλύφων, το επιτόκιο έγινε αρκετά υψηλό.[6]
Η παραπάνω κατάσταση προκάλεσε την κριτική του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και την διατύπωση των πρώτων θεωριών για την αντιμετώπισή της. Ουσιαστικά διατυπώθηκαν δύο θεωρίες: η μαρξιστική και η συνεταιριστικήΗ μαρξιστική θεωρία, όπως είναι γνωστό, υποστήριξε την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάσταση του με το σύστημα της κρατικής οικονομίας.. Αντίστοιχα, η συνεταιριστική εντόπισε τη λύση του προβλήματος στην συνεταιριστική οργάνωση, στη δύναμη που δημιουργείται με τη συνεργασία στον συνεταιρισμό με την αλληλέγγυο ευθύνη των μελών της. Έχοντας ιδρυθεί σε τοπικές περιοχές για την τοπική κοινωνία και ανήκοντας στην ίδια κοινωνία και λειτουργώντας κάτω από τις αρχές της συμμετοχής και της δημοκρατίας, αυτά τα ιδρύματα δημιουργήθηκαν για να διορθώσουν αυτές τις αποτυχίες της αγοράς και να παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στο κατά τα άλλα μη τραπεζικό κοινό.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές συνεταιριστικές τράπεζες ιδρύθηκαν με βάση τις ιδέες του Herman Schulze (1808-1883) και του Friedrich Wilhelm (1818-1888). Οι δύο άνδρες παρακινήθηκαν από την φτώχεια και τη μιζέρια που παρατηρούσαν κατά την περίοδο του λιμού του 1848, καθώς επίσης και από τη διαπίστωση τους ότι οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση στην πίστωση εκτός βέβαια από τους τοκογλύφους. Ξεκίνησαν ανεξάρτητα τις ιδέες του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα παρόλο ότι οι ιδέες τους για τη συνεταιριστική οργάνωση δεν ήταν ταυτόσημες. Ο Schulze είχε ως στόχο να βοηθήσει τις αστικές, μικρές επιχειρήσεις και τους τεχνίτες, αντίθετα ο Raiffeisnen στόχευε στην ενίσχυση των φτωχών αγροτών. Σύμφωνα με τις ιδέες των δύο αυτών πρωτεργατών της συνεταιριστικής ιδέας, οι συνεταιρισμοί πρέπει να στηρίζονται στις αρχές της αυτοβοήθειας, αυτοδιοίκησης και της αυτοευθύνης. Συνεταιριστικές ιδέες των Schulze και Raiffeisnen δεν εφαρμόστηκαν μόνο στην Γερμανία αλλά επεκτάθηκαν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες ιδρύθηκαν πιστωτικοί συνεταιρισμοί και των δυο τύπων (τράπεζες Schulze-Deglitch, Volshshahhen – Λαϊκές τράπεζες και τράπεζες τύπου Ραιφαιζεν Raiffeisnenbannen), απευθυνόμενοι σε κάθε επαγγελματική κατηγορία κυρίως όμως στις μικρές επιχειρήσεις, στους επαγγελματίες και στους αγρότες. Από την Γερμανία, η συνεταιριστική τραπεζική ιδέα σταδιακά εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις Σκανδιναβικές χώρες. Ωστόσο, στα βρετανικά νησιά, οι συνεταιριστικές τράπεζες έχουν διαφορετικές ιστορικές ρίζες: χτίζοντας κοινωνίες από τον 18ο αιώνα και σχετιζόμενες με το αναζωογονημένο χριστιανικό κίνημα έγιναν δημοφιλείς στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Βρετανικές και Ιρλανδικές πιστωτικές ενώσεις εμφανίστηκαν μόνο κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και βασίστηκαν σε αμερικάνικα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία είχαν εμπνευστεί από τις καναδικές προσαρμογές των γερμανικών συνεταιριστικών τραπεζών.[7]
            Παρότι γενικότερα ήταν τράπεζες οι οποίες κατά βάση προέρχονταν από αγρότες σε πολλές περιπτώσεις η ανάπτυξη των συνεταιριστικών τραπεζών ξεκίνησε και υποστηρίχθηκε από εξωτερικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου και των κυβερνήσεων. Στη Γαλλία, η κυβερνητική ανάμειξη ήταν εκτεταμένη στην ιστορία του συνεταιριστικού τραπεζικού τομέα, ο φιλανδικός τραπεζικός συνεταιριστικός τομέας στηρίχθηκε σε μια κάθετη διαδικασία με την κυβερνητική υποστήριξη και αντίστοιχα η ανάπτυξη του πορτογαλικού τομέα, στην δεκαετία του 1970, οφείλεται κατά ένα μέρος στην κυβερνητική υποστήριξη επίσης. Σε ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένου της Ιταλίας, του Βελγίου και της Γαλλίας το μετά κοινωνικό-καθολικό κίνημα υποστήριξε τις συνεταιριστικές τράπεζες. Επιπλέον, πολλές συνεταιριστικές τράπεζες ιδρύθηκαν από τη μάζα με την υποστήριξη εμπορικών σωματείων η αγροτικών οργανισμών και έχουν διατηρήσει στενούς δεσμούς με αυτούς τους οργανισμούς μέχρι και σήμερα.[8]

Η εμφάνιση της συνεταιριστικής πίστης στην Ελλάδα και η μετεξέλιξη της σε συνεταιριστική τράπεζα.
Από ιστορική άποψη η Ελλάδα, ακόμη και υποδουλωμένη, έδειξε τις αρετές της στο συνεταιριστικό η συνεργατικό τομέα για την ανάπτυξη οικονομικών, αλλά και κοινωνικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Αρκεί να αναφέρουμε τα ορεινά πλουτίσματα και τις συσσωματώσεις της Τουρκοκρατίας, τους ναυτικούς συνεταιρισμούς, την κοινή συντροφιά των Αμπελακίων κλπ.
Σε σύγκριση με τις εμπορικές τράπεζες οι φορείς της συνεταιριστικής πίστης σε όλη τη διάρκεια της νεότερης Ελληνικής Πολιτείας αναγκάστηκαν να παραμείνουν στην αφάνεια, παρά το γεγονός ότι από το 1915 και μέχρι το 1986, υπήρξε ένα στοιχειώδες θεσμικό πλαίσιο για τους πιστωτικούς συνεταιρισμούς. Κατά την τριετία 1927-1929, κατά την οποία ανασυγκροτήθηκε εκ βάθρων το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν υπήρξαν ρυθμίσεις για τη συνεταιριστική πίστη.
Οπωσδήποτε η μεγάλη καθυστέρηση στη θεσμική θεμελίωση και στην ανάπτυξη των συνεταιριστικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την εντυπωσιακή εξέλιξη τους στην Ευρώπη, οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, οι οποίοι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και έχουν άμεση σχέση με την άσκηση ελεγχόμενης κρατικής γεωργικής πίστεως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, και προπάντων με τη μεγάλη κρατική παρέμβαση στην πιστωτική λειτουργία των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, άμεσοι και έμμεσοι έλεγχοι στις χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων κ.λπ. Εκτός από την έλλειψη σαφούς νομοθετικού πλαισίου και τον κρατικό παρεμβατισμό στην πιστωτική λειτουργία, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που εξηγούν την χρονική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του θεσμού, π.χ. αρνητικές υπήρξαν και οι εμπειρίες από τη δραστηριοποίηση των αγροτικών συνεταιρισμών ιδίως κατά την δεκαετία του 1980, που οδήγησαν κατά κανόνα σε υπερχρέωση και σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους.[9]
Έτσι με βάση όλα τα παραπάνω οι συνεταιρισμοί στην νεότερη ελληνική ιστορία δεν είδαν την αναμενόμενη εξέλιξη που θα περίμενε ένας αντικειμενικός ερευνητής. Στην Ελλάδα ο πρώτος πιστωτικός συνεταιρισμός ιδρύθηκε το 1900 στη Λαμία. Το 1900, σε μια εποχή που οι συνεταιριστικές δραστηριότητες δεν ήταν νομικά θεσμοθετημένες στην χώρα μας, ιδρύθηκε στη Λαμία Σωματείο με την Επωνυμία «Σύλλογος των Τεχνοεργατών εν Λαμία» από 582 μέλη, το οποίο λειτούργησε ως συνεταιριστική οργάνωση, σύμφωνα με τους κανόνες που τέθηκαν στο καταστατικό του. Πριν το 1915, επειδή ο συνεταιρισμός δεν ήταν θεσμοθετημένος, οι ενδιαφερόμενοι ίδρυαν μια άλλη εταιρική μορφή, την οποία με την εταιρική σύμβαση διαμόρφωναν έτσι ώστε να λειτουργεί με βάση τις αρχές τις αυτοβοήθειας και αλληλοβοήθειας.[10]
Ο συνεταιρισμός της Λαμίας δημιουργήθηκε από πρόσωπα διαφόρων επαγγελμάτων και είχε τριπλό σκοπό: οικονομικό, φιλανθρωπικό, εθνικό. Τα μέλη επιδίωκαν με τις οικονομικές τους δραστηριότητες και τη στήριξη των δυο άλλων σκοπών. Ο οικονομικός σκοπός του «Σωματείου» αφορούσε την ικανοποίηση των αναγκών δανεισμού των μελών του, ώστε αυτά να προστατευθούν από την τοκογλυφία. Ο αστικός πιστωτικός συνεταιρισμός της Λαμίας, που άλλαξε την επωνυμία του σε «Πιστωτικός Συνεταιρισμός Τεχνοεργατών Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ» κατόρθωσε να επιζήσει έναν αιώνα μετά και να γίνει παράδειγμα συνεταιριστικής προσπάθειας στο τομέα της συνεταιριστικής πίστης. Παρόλα αυτά οι πρωτοπόροι επαγγελματίες της Λαμίας άργησαν να βρουν μιμητές. Ο δεύτερος πιστωτικός συνεταιρισμός ιδρύθηκε το 1979 στο νομό Ιωαννίνων με την επωνυμία «Αναπτυξιακός και Πιστωτικός Συνεταιρισμός Νομού Ιωαννίνων και ο τρίτος το 1984 στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας με την επωνυμία «Αναπτυξιακός και Πιστωτικός Συνεταιρισμός-Ερμής, ΣΥΝ.Π.Ε». Οι τρεις αυτοί πρωτοπόροι πιστωτικοί συνεταιρισμοί ίδρυσαν το Δεκέμβριο του 1991 την «Ελληνική Ομοσπονδία Πιστωτικών Αστικών Συνεταιρισμών» με έδρα την Λαμία. Από τη 1-1-1992 η Ομοσπονδία υπήρξε πλήρες μέλος της Ενώσεως Ευρωπαϊκών Συνεταιριστικών Τραπεζών.
Οι παραπάνω αστικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν αρχικά με βάση το ν.602/1915 περί συνεταιρισμών και στη συνέχεια με βάση το ν.602/1915. Με το νόμο αυτό προβλέπεται η σύσταση και η λειτουργία αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού, με κύριο πεδίο εργασιών την αποδοχή καταθέσεων από τα μέλη του και την παροχή δανείων εγγυήσεων, ασφαλειών ή άλλων οικονομικών διευκολύνσεων στα μέλη του. Η άσκηση εποπτείας είχε ανατεθεί στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.
Μέσα σε λίγα χρόνια οι καινούργιες ρυθμίσεις του Νόμου 1667/1986 απέδωσαν εντυπωσιακά αποτελέσματα στην λειτουργία των πρώτων αστικών πιστωτικών συνεταιρισμών, γεγονός που διευκόλυνε την θέσπιση με τον τραπεζικό νόμο 2076/1992 με τον οποίο έγινε ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της Δεύτερης Τραπεζικής Οδηγίας (89/646ΕΟΚ) για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του νόμου 2076/1992 ορίζει για πρώτη φορά, ότι μπορούν να ιδρυθούν πιστωτικά ιδρύματα, μετά από άδεια της τράπεζας της Ελλάδος και υπό μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν.1667/1986. Έτσι εισήχθηκε στην Ελλάδα ο θεσμός του συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος ή με άλλα λόγια της συνεταιριστικής τράπεζας. Μέχρι το 1991 οι τραπεζικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργήσουν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας (ν.5076/1931).
Το 1995 ιδρύθηκε η Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδας (Ε.Σ.Τ.Ε). Τέλος οι συνεταιριστικές τράπεζες και οι πιστωτικοί συνεταιρισμοί της χώρας μας ίδρυσαν το 2001 την Πανελλήνια Τράπεζα με έδρα το Χολαργό και με προγραμματισμό να λειτουργήσει καταστήματα σε όλη τη χώρα, η οποία παράλληλα θα παρέχει στις συνεταιριστικές τράπεζες και τους πιστωτικούς συνεταιρισμούς υποστήριξη, τεχνογνωσία και γενικές υπηρεσίες που η κάθε τράπεζα από μόνη της δεν μπορεί να αναπτύξει.[11]

Τα στάδια εξέλιξης ενός συνεταιριστικού πιστωτικού οργανισμού.
            Ακριβώς όπως και οι εμπορικές τράπεζες, έτσι και οι συνεταιριστικές τράπεζες διέρχονται μέσα από κάποια στάδια εξέλιξης που είναι τα παρακάτω:
            Οι συνεταιρισμοί τυπικά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια περιόδων κατά τις οποίες η αγορά και τα υπάρχοντα ιδρύματα αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις προσδοκίες των πολιτών. Ο Βrazda και Schediwy (2001) παρατηρούν ότι συνεταιριστικά κινήματα τείνουν να ξεκινούν σαν ένα μαζικό φαινόμενο κατά την διάρκεια περιόδων ζήτησης, κοινωνικής κρίσης και ανταγωνισμού.[12] Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι πολλά από αυτά τα κινήματα συμπεριλαμβανομένων και των συνεταιριστικών τραπεζών ενεργοποιήθηκαν στην βιομηχανοποιημένη Ευρώπη του 19ου αιώνα που βίωνε ακόμα τις συνέπειες από το λιμό του 1848. Αρχικά οι συνεταιριστικές τράπεζες στηρίζονται στην αφοσίωση των μελών τους, όσο αφορά την προσφορά εργασίας όσο αφορά και τις πηγές άντλησης εισοδήματος. Η εμπιστοσύνη στα μέλη σημαίνει ότι τα διοικητικά προβλήματα είναι σημαντικές προκλήσεις σε αυτό το πρώιμο στάδιο. Παρόλο που η αρχική επιτυχία ενός συνεταιρισμού εξαρτάται σημαντικά από το βαθμό στον οποίο τα συμφέροντα των μελών του ευθυγραμμίζονται μεταξύ τους, στην ικανότητα να ξεπερνιούνται οι αποκλίσεις συμφερόντων καλύτερα από οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.
            Κατά την διάρκεια της εφηβικής ηλικίας του συνεταιρισμού, η απόσταση ανάμεσα στον συνεταιρισμό και στα μέλη αυξάνεται καθώς η διοίκηση αναλαμβάνεται από επαγγελματίες. Καθώς μεγαλώνει, μια συνεταιριστική τράπεζα συγκεντρώνει μια δεξαμενή από ανθρώπινο δυναμικό και από κεφάλαια τα οποία της παρέχουν έναν αυξανόμενο βαθμό ανεξαρτητοποίησης από τα μέλη της. Ο συνεταιρισμός καθώς και οι διοικητικές διαδικασίες του επίσης τείνουν να γίνονται περισσότερο πολύπλοκες και εξειδικευμένες, και κάνουν την εμπλοκή των μελών στις λειτουργίες της επιχείρησης λιγότερη αποτελεσματική και επιθυμητή. Με την επαγγελματοποίηση του μάνατζμεντ, η οικονομική αποτελεσματικότητα γίνεται πρωταρχικός, στόχος, οδηγώντας σε ένα κυνήγι για δημιουργία οικονομιών κλίμακας, οι οποίες οδηγούν στην ενοποίηση και στην διαμόρφωση δικτύων.
            Κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας η απόσταση ανάμεσα στην διοίκηση και στα μέλη αυξάνεται. Βασικά η συνεταιριστική τράπεζα υποβάλλεται σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης από τις διακυβερνητικές της προκλήσεις, στις οποίες το προσωπικό και οι διοικούντες συνιστούν με νέα τάξη συμμετεχόντων, στην οποία τα συμφέροντα τους δεν ευθυγραμμίζονται απαραίτητα με αυτά των μελών.[13]
            Η επιτυχία και διάρκεια ζωής μιας ώριμης συνεταιριστικής τράπεζας εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητα, την διακυβέρνηση και τις σχέσεις με τα μέλη της. Οι Brazda και Schediwy (2001) σημειώνουν ότι η συναισθηματική αφοσίωση των μελών στη συνεταιριστική τράπεζα είναι μόνο μερικώς μεταδιδόμενη από γενιά  σε γενιά. Αυτό υπονοεί ότι καθώς η συνεταιριστική τράπεζα μεγαλώνει και εδραιώνεται, η πίστη των μελών γίνεται άμεσα εξαρτώμενη από την ικανότητα της συνεταιριστικής να προσφέρει προϊόντα τα οποία είναι ανταγωνίσιμα στην αγορά.[14]     Η διόγκωση των εσωτερικών τμημάτων, η εξασθένηση της συνεταιριστικής ιδεολογίας και η εξαφάνιση του πραγματικού λόγου ύπαρξης, όλα αυτά μαζί τείνουν να απειλούν την επιβίωση μιας συνεταιριστικής τράπεζας. Αυτές που παραμένουν επιτυχείς τείνουν να είναι ενεργές σε ανταγωνίσιμες αγορές με υψηλές αποδόσεις, βασιζόμενες όμως στον αυταρχικό τρόπο διοίκησης χαρισματικών ηγετών. Τελικά η επιβίωση των συνεταιριστικών κινημάτων τείνει να αποδέχεται μια επαγγελματική λογική και να εξελίσσει δομές που είναι ιεραρχικές. Παρομοίως ο Heblebower (1980) σημειώνει ότι η επιβίωση και εξάπλωση μιας συνεταιριστικής τράπεζας τελειώνει τυπικά όταν υιοθετήσει διοικητικές διαδικασίες και πολιτικές ανάλογες με αυτές των εμπορικών επιχειρήσεων. [15]

Συγκριτικά Πλεονεκτήματα Πιστωτικών   Συνεταιρισμών
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που εμφανίζουν δυνητικά οι αστικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί και αντίστοιχα, οι Συνεταιριστικές Τράπεζες είναι τα παρακάτω:[16]

1)      Απόκτηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων σε μια προσωπική
τράπεζα                                                                                             
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που παρουσιάζει η συνεταιριστική τράπεζα είναι ότι αυτή έχει πελάτες που είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτες της. Η συνεταιριστική τράπεζα είναι προσωπική τράπεζα, η οποία εξυπηρετεί αποκλειστικά τους συνεταίρους της.

2)      Ο Συνέταιρος έχει δικαίωμα του εκλέγεσθαι
Ο κάθε συνέταιρος μπορεί με τη μια (υποχρεωτική) συνεταιριστική μερίδα που διαθέτει να υποβάλλει υποψηφιότητα για κάποιο από τα αξιώματα του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου κλπ. Όλοι οι συνέταιροι διαθέτουν από μια μόνο ψήφο. Δίνεται η δυνατότητα σε άτομα ικανά, που δεν έχουν δικά τους κεφάλαια να εκλέγονται και να συμβάλλουν στη σωστή διαχείριση και ανάπτυξη του συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος.

3)      Ο Συνέταιρος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν
Οι συνέταιροι εκλέγουν εκείνους που έχουν επιδείξει ικανότητες για την ανάπτυξη εργασιών, τη υψηλή κερδοφορία και ορθολογική διαχείριση του Πιστωτικού Συνεταιρισμού ή της Συνεταιριστικής Τράπεζας, Επειδή, οι Αστικοί Πιστωτικοί Συνεταιρισμοί είναι ενώσεις προσώπων με οικονομικό σκοπό, οι συνέταιροι εκλέγουν εκείνους που έχουν τα προσόντα για να εξασφαλίσουν υψηλές οικονομικές αποδόσεις, που θα επιτρέψουν τη διανομή ικανοποιητικών καθαρών κερδών.

4)      Μεταβλητότητα των ίδιων κεφαλαίων
Τα ίδια κεφάλαια της συνεταιριστικής τράπεζας αυξάνονται αυτομάτως με τη διάθεση μερίδων σε νέους συνέταιρους. Μια εμπορική τράπεζα για να προβεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της χρειάζεται πολλές διαδικασίες και σημαντικές δαπάνες για προσέλκυση νέων επενδυτών.

5)      Πλήρης διαφάνεια
Η ύπαρξη διοικητικού συμβουλίου σε αμιγές συνεταιριστικό  ίδρυμα, που εκλέγεται από τους ίδιους συνέταιρους εξασφαλίζει πλήρη διαφάνεια, αφού οι εκλεγμένοι υπόκεινται στον πλήρη έλεγχο των συνέταιρων. Πέρα από το Διοικητικό Συμβούλιο υπάρχουν και άλλα όργανα ελέγχου που εξασφαλίζουν σωστή διαχείριση και συνεχή έλεγχο της διοικήσεως. Ακόμη, η ελληνική νομοθεσία προβλέπει ότι, η Τράπεζα της Ελλάδας ελέγχει τις συνεταιριστικές τράπεζες, όπως έχει υποχρέωση και δικαίωμα να ασκεί ελέγχους και σε όλα τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα. Ο συνέταιρος εμπιστεύεται τα χρήματα στην τράπεζα του, τόσο για την απόκτηση των μερίδων του όσο υπό τη μορφή καταθέσεων, διότι γνωρίζει ότι είναι συνυπεύθυνος, μέσω της δημοκρατικής διαδικασίας στη διαχείριση του συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος ,για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των αποταμιευτικών του πόρων.

6)      Δικαίωμα δανεισμού ανάλογα με τις συνεταιριστικές μερίδες
Τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα χορηγούν δάνεια στους συνέταιρους χωρίς διακρίσεις. Το ύψος του κάθε δανείου είναι ανάλογο με το ύψος των μερίδων (υποχρεωτικής και προαιρετικών) που διαθέτει ο κάθε συνέταιρος.

7)      Χαμηλά επιτόκια δανεισμού, ταχεία έγκριση των δανείων, ύπαρξη προσωπικών εγγυήσεων
Τα επιτόκια δανεισμού από τις συνεταιριστικές τράπεζες που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα από τα αντίστοιχα επιτόκια για προσωπικά και καταναλωτικά δάνεια που χορηγούν ο εμπορικές τράπεζες. Τα ιδιωτικά αυτά δάνεια χορηγούνται από τις συνεταιριστικές τράπεζες χωρίς πολλές διαδικασίες και ανεξάρτητα από το πόσες φορές στο παρελθόν ο υποψήφιος δανειολήπτης έχει δανειοδοτηθεί από το συνεταιριστικό πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια χορηγούνται με την προσωπική εγγύηση ενός άλλου ή δύο ή και περισσοτέρων συνέταιρων, οι οποίοι αναλαμβάνουν την προσωπική ευθύνη ότι θα εξοφλήσουν οι ίδιοι τα δάνεια, σε περίπτωση που οι δανειολήπτες δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Δεν ζητούνται κατά κανόνα, υποθήκες ή άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις των βραχυπρόθεσμων αυτών δανείων που επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού. Επειδή, οι συνεταιριστικές τράπεζες έχουν μέλη άτομα που γνωρίζουν μεταξύ τους και έχουν επαγγελματικές, οικογενειακές ή άλλες σχέσεις, είναι εύκολο να βρεθούν οι εγγυητές, ενώ παράλληλα καλύπτονται πλήρως οι δανειολήπτες.

8)      Περιορισμένη οικονομική ευθύνη του συνέταιρου
Ανάλογα με το καταστατικό, ο συνέταιρος μπορεί να ευθύνεται για τυχόν ζημιές του συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος για το διπλάσιο ή το τριπλάσιο των μερίδων που διαθέτει.

9)      Μεγάλη ρευστότητα των συνεταιριστικών τραπεζών
Οι συνεταιριστικές τράπεζες έχουν, κατά κανόνα, ως έργο τη χορήγηση δανείων βραχείας διαρκείας, ενώ τα διαθέσιμά τους είναι σε εύκολα ρευστοποιήσιμες αξίες. Επομένως, δεν υπάρχουν μεγάλες επενδύσεις σε πάγια (ακίνητα κ.λπ.) ή σε μακροπρόθεσμα δάνεια που είναι δύσκολο ή και έχουν περισσότερα ρίσκα να εξοφληθούν ομαλά. Ανάλογα με τις εξελίξεις στην αγορά χρήματος, αναπροσαρμόζονται γρήγορα τα επιτόκια δανεισμού και γίνονται οι νέες εκταμιεύσεις ή επενδύονται τα διαθέσιμα σε τίτλους εύκολα ρευστοποιημένους.

10)   Συμμετοχή στη διανομή κερδών
Ανάλογα με τα καθαρά κέρδη και την πολιτική που ακολουθούν η διοίκηση και η Γενική Συνέλευση, καθορίζονται και τα προς διανομή καθαρά κέρδη.

11)   Εύκολη μεταβίβαση μερίδων
Οι μερίδες που διαθέτει ο συνέταιρος, εύκολα μεταβιβάζονται είτε στο συνεταιριστικό φορέα είτε σε τρίτους, υπό την προϋπόθεση που ορίζει το καταστατικό. Οι μερίδες μπορεί να μεταβιβάζονται και στους κληρονόμους, εάν βέβαια αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει το καταστατικό.

12)  Δικαίωμα από ανατίμηση των μερίδων
Εφόσον οι συνεταιριστικές μερίδες ανατιμώνται, λόγω της διευρύνσεως της καθαρής θέσεως και της οικονομικής επιφάνειας του συνεταιριστικού πιστωτικού φορέα, ο συνέταιρος έχει μερίδες μεγαλύτερης αξίας από αυτήν που κατέβαλε για να τις αποκτήσει.

13)  Περιφερειακή πιστωτική πολιτική
Οι συνεταιριστικές τράπεζες είναι δυνατό να λειτουργούν σε διάφορες περιοχές της χώρας και να χορηγούν δάνεια από την τοπική αποταμίευση.

14)  Κοινωνικός ρόλος της συνεταιριστικής τράπεζας
Η συνεταιριστική τράπεζα δεν αποβλέπει μόνο την πραγματοποίηση κερδών, αλλά και στην ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών όπως για παράδειγμα, παροχή εκτάκτων και μεγάλων δανείων για νοσοκομειακή περίθαλψη συνεταίρων ή μελών της οικογενείας κλπ.


15)  Η αμφίδρομη σχέση Διοικήσεως και μελών του πιστωτικού συνεταιρισμού 
Τα μέλη της Διοικήσεως του πιστωτικού συνεταιρισμού, όντας συνέταιροι οι ίδιοι, έχουν οπωσδήποτε επίγνωση της αποστολής τους και προσπαθούν σε καθημερινή βάση να σταθούν στο ύψος της. Αυτό αποτελεί πραγματική δικλείδα ασφαλείας, συνυπευθυνότητας και αλληλοβοήθειας που μόνο ο θεσμός της συνεταιριστικής πίστεως υπόσχεται αλλά και πραγματοποιεί.


 Η γενικότερη οικονομική και κοινωνική σημασία των Συνεταιριστικών Τραπεζών
            Οι συνεταιριστικές τράπεζες δεν έχουν μόνο πλεονεκτήματα για τα μέλη τους και τις περιφέρειες τους, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο και παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία της κάθε χώρας. Έτσι κάθε συνεταιριστική τράπεζα που ιδρύεται σε τοπικό επίπεδο προσδίδει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα στην τοπική οικονομία.[17]
1)                Βοηθάει στην διοχέτευση και την επιτόπια αξιοποίηση σημαντικού μέρους των πόρων της εγχώριας κοινωνικής αποταμίευσης. Επιτυγχάνεται έτσι η αυτοχρηματοδότηση και η πιστωτική αυτάρκεια της τοπικής οικονομίας, διότι η συνεταιριστική τράπεζα αντλεί και διαθέτει τα κεφάλαια της και στα μέλη της και μέσα στο χώρο όπου εκτείνεται η δραστηριότητα της.
2)                Συντελεί στην εξασφάλιση της δανειοδοτήσεως και της τραπεζικής εξυπηρετήσεως χιλιάδων συνεταίρων που κατά κανόνα κρίνεται από τις εμπορικές τράπεζες ότι δεν παρέχουν τα εχέγγυα και τους όρους διασφαλίσεως των δανείων με βάση τα τραπεζικά κριτήρια.
3)                Βοηθάει στην ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και αμοιβαίας στηρίξεως των συνεταίρων ανάμεσα στους οποίους δημιουργείται άμιλλα και ένας άγραφος κώδικας τηρήσεως συνέπειας και υπευθυνότητας στις συναλλαγές τους με ένα πιστωτικό ίδρυμα που αισθάνονται ότι ανήκει στους ίδιους.
4)                Η συνεταιριστική τράπεζα προσφέρει για την άσκηση επιλεκτικής πιστωτικής πολιτικής, ανάλογα με την οικονομική συγκυρία και τις ιδιαίτερες συνθήκες ενός τόπου, γεγονός που επιβάλλει τη χρηματοδότηση στήριξη και ενίσχυση ορισμένων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας ή επαγγελματικών τάξεων.
5)                Η διοίκηση της συνεταιριστικής τράπεζας είναι πλησιέστερα και μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα και νωρίτερα τις αναπτυξιακές δυνατότητες ενός τόπου και να ενισχύσει έτσι ανάλογα επιχειρηματικές προσπάθειες με υψηλή προτεραιότητα για τη συγκεκριμένη περιοχή.
6)                  Εμποδίζουν την περιθωριοποίηση των οικονομικά αδύναμων, συμβάλλουν στην καταπολέμηση των οικονομικών ανισοτήτων και συντελούν στην επίτευξη κοινωνικής ισορροπίας.
7)                  Με την ανάπτυξη της τοπικής και περιφερειακής οικονομίας που προσφέρουν, ενισχύουν την αποκέντρωση της οικονομίας, συντελούν στην αποφυγή της μετανάστευσης του πληθυσμού της περιφέρειας στα αστικά κέντρα και αντιμετωπίζουν δημογραφικά και κοινωνικά προβλήματα.
8)                  Τέλος συμβάλλουν στη σύνδεση της ιδιωτικής επιχείρησης με το τόπο της ιδρύσεως της. Η συνεταιριστική μορφή συνδέεται και δένεται από τη φύση της με το τόπο της ιδρύσεως και έτσι οι συνεταιρισμοί ανήκουν στις επιχειρήσεις που εξασφαλίζουν τη συνέχεια της οικονομίας σε μια χώρα. 

Επίσης, οι συνεταιριστικές τράπεζες συνεισφέρουν σημαντικά στο γενικό οικονομικό περιβάλλον της κάθε χώρας προσφέροντας τα παρακάτω πλεονεκτήματα:[18]

1)                  Συμβάλλουν στην αποδοτικότητα του τραπεζικού συστήματος και επομένως της οικονομίας
            Σήμερα οι Συνεταιριστικές τράπεζες αναπτύσσουν δραστηριότητες σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αγορές. Εφαρμόζουν επιτυχώς τις συνεταιριστικές αρχές που αποτελούν το επιχειρησιακό τους πρότυπο. Ιδιοκτήτες από τα μέλη/πελάτες ους, η αρχική τους αποστολή τους είναι να τους προσφέρουν τις καλύτερες υπηρεσίες σε αντιδιαστολή με τη μεγιστοποίηση του κέρδους για τους μετόχους. Τα κέρδη είναι εντούτοις απαραίτητα για να εξασφαλίσουν τη διάρκεια και την ανάπτυξη της επιχείρησης. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη μοναδική προσέγγιση της αγοράς και των δομικών χαρακτηριστικών τους, οι συνεταιριστικές τράπεζες είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πελατών, διατηρώντας δίκαιη τιμολόγηση. Εξ ‘αιτίας της εγγύτητας τους στα μέλη τους και της σταθερής καθιέρωσής τους τοπικά, οι Συνεταιριστικές τράπεζες λειτουργούν αποτελεσματικά στη συγκέντρωση εκτενών πληροφοριών για τους πελάτες τους, με το χαμηλότερο κόστος. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα να αξιολογούν τις ανάγκες και τη φερεγγυότητα των πελατών τους με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από άλλες τράπεζες. Η ασυμμετρία πληροφοριών μειώνεται και έτσι ενδεχόμενος κίνδυνος από λανθασμένη επιλογή ελαχιστοποιείται. Οι Συνεταιριστικές τράπεζες είναι σε θέση, αφενός να επιτύχουν μια ανώτερη πιστωτική πολιτική και αφετέρου να παρέχουν προϊόντα και υπηρεσίες προσαρμοσμένες στις πραγματικές ανάγκες των πελατών και στις καλύτερες τιμές. Με αυτόν τον τρόπο εντείνεται ο ανταγωνισμός με άλλους φορείς, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ανταγωνιστικότητας ολόκληρου του τραπεζικού τομέα και κατ’ επέκταση της οικονομίας.
            Οι Συνεταιριστικές τράπεζες συμβάλλουν επίσης, στην αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, με την οικονομική ενίσχυση που προσφέρουν σε όλες τις οικονομικές μονάδες. Ειδικότερα οι Μ.Μ.Ε., αγρότες, επαγγελματίες, και κάτοικοι αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών, λόγω της παρουσίας Συνεταιριστικών τραπεζών, έχουν πλήρη πρόσβαση στον τραπεζικό τομέα. Λόγω των στενών δεσμών τους με τις Μ.Μ.Ε., για τις οποίες αντιπροσωπεύουν τη σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης, οι Συνεταιριστικές τράπεζες βοηθούν επίσης και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, συμβάλλοντας κατά συνέπεια σε μια ανταγωνιστική και αυξανόμενη οικονομία. Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι οι Συνεταιριστικές τράπεζες, σύμφωνα με το συγκεκριμένο νομικό καθεστώς που τις διέπει και το οργανωτικό σύστημα τους, αντιπροσωπεύουν μια μοναδική μορφή επιχείρησης που συνυπάρχει με άλλες μορφές όπως οι Εμπορικές τράπεζες ή τα Ταμιευτήρια, και που εξασφαλίζει μια κατάλληλη απάντηση στην ποικιλομορφία των αναγκών της αγοράς. Αυτή η πλουραλιστική προσέγγιση στην οικονομία και τους φορείς της, αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του ανταγωνιστικού πνεύματος, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας αποδοτικής και ανταγωνιστικής αγοράς, σε αντιδιαστολή με την τυποποίηση, των συγκεντρωτικών διαδικασιών και των μονοπωλίων.

2)                  Προσφέρουν μια προσιτή, υψηλής ποιότητας υπηρεσία
            Οι Συνεταιριστικές τράπεζες είναι το κριτήριο για τη βασισμένη στις δημοκρατικές αρχές αποδοτική επιχειρησιακή διαχείριση. Ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή των μελών και των πελατών τους στη στρατηγική εξέλιξη της επιχείρησης, παίρνοντας κατά συνέπεια θέση σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική της τραπεζικής δραστηριότητας. Αντίθετα από τις άλλες επιχειρήσεις, εισηγμένες στο χρηματιστήριο, η διαχείριση των Συνεταιριστικών τραπεζών δεν υπόκειται στην αστάθεια των χρηματοοικονομικών αγορών. Αυτή η προσέγγιση απεικονίζει τη θετική σχέση μεταξύ του πελάτη και της τράπεζας. Τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των πελατών είναι κρίσιμα για τη δραστηριότητα των Συνεταιριστικών τραπεζών, ανεξάρτητα από τις τρέχουσες περιστάσεις. Οι Συνεταιριστικές τράπεζες είναι σε θέση να συλλέξουν και να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με τις προσδοκίες και τις ανάγκες του πελάτη. Κατά συνέπεια, είναι σε θέση να προσαρμόσουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, στις ανάγκες των πελατών μ’ αποτέλεσμα έναν υψηλό αριθμό ικανοποιημένων συναλλασσόμενων.
            Για τον ίδιο λόγο, οι Συνεταιριστικές τράπεζες είχαν εξαιρετική επιτυχία στην πρόβλεψη των αναγκών της αγοράς, διαδραματίζοντας κατά συνέπεια έναν αρχηγικό πρωτοποριακό ρόλο στον τομέα των προϊόντων και της τεχνολογίας. Η έννοια της Τραπεζικής Ασφάλισης (bank assurance) που δημιουργήθηκε από τις Γαλλικές Συνεταιριστικές Τράπεζες μετά από την Credit Mutuel στην δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 ή οι πρόσφατες επιτυχίες των ηλεκτρονικών τραπεζικών εργασιών που καταγράφονται από τη Φιλανδική Okobank, την Ολλανδική Rabobank (που διαδραμάτισαν πρωτοποριακό ρόλο μεταξύ των νέων χωρών μελών, σε αυτό το τομέα) είναι μερικά από τα πολυάριθμα παραδείγματα της καινοτόμου δύναμης των συνεταιρισμών. [19]Εν ολίγοις, το επιχειρησιακό πρότυπο των Συνεταιριστικών τραπεζών εξασφαλίζει επίσης υψηλό βαθμό, προστασίας των καταναλωτών, δεδομένου ότι όχι μόνο είναι καλά ενημερωμένοι πελάτες αλλά επίσης, ως μέλη παίζουν ενεργό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων.

3)                  Ενισχύουν τη σταθερότητα των οικονομικών συστημάτων
            Οι Συνεταιριστικές τράπεζες χαρακτηρίζονται από την ισχυρή κεφαλαιοποίηση (υψηλός δείκτης φερεγγυότητας), από τα μέτρια επίπεδα κινδύνου, και τα σταθερά επίπεδα κέρδους, όπως υπογραμμίζεται στις εκθέσεις των «Πρότυπα των Φτωχών» S&P, Fitch και FMI. Η έκθεση της FMI επισημαίνει ιδιαίτερα ότι οι Συνεταιριστικές τράπεζες ενεργούν ως μονωτής ενάντια σε οποιαδήποτε κρίση στο τραπεζικό σύστημα. Η έκθεση της S&P δίνει έμφαση στη ρυθμιστική λειτουργία τους: οι Συνεταιριστικές τράπεζες έχουν δείξει την ικανότητα τους να παράγουν με συνέπεια λειτουργικά αποτελέσματα, μια ικανότητα που συνδέεται με τη ελάχιστη ανάμιξη τους σ’ ευμετάβλητες συναλλαγές. Όσο αφορά τη νέα συμφωνία με τη κεφαλαιακή επάρκεια ή τη Βασιλεία ΙΙ, οι Συνεταιριστικές τράπεζες περιόρισαν τα λανθασμένα αποτελέσματα των εσωτερικών εκτιμήσεων, λόγω του υψηλού δείκτη φερεγγυότητας τους. Το σημαντικότερο είναι ότι, λόγω της αποκεντρωμένης διαδικασίας λήψης αποφάσεων προωθεί την αποτελεσματική και υγιή διαχείριση κινδύνου. Τέλος, λόγω της οικονομικής ευρωστίας τους, οι Συνεταιριστικές τράπεζες ενισχύουν τη σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα και επομένως την εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα.[20]    


[1] Oliver Wyman,(2008),
[2] Κιντής ΑΣ., (2004),
[3] Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος, (2006),
[4] European Association of Co-operative Banks (2010 a).
[5] European Association of Co-operative Banks, (2005),
[6] European Association of Co-operative Banks, (2004),
[7] European Association of Co-operative Banks, (2005),
[8] European Association of Co-operative Banks, (2005),
[9] Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος, (2006),
[10] Τραγάκης Ε. Γ., 1996
[11] Πετρόπουλος Δ., Φατούρος Δ., Πασχαλίδης Δ., Λαμπαδάς Θ., Πουλάκη Χ., (2009),
[12] Βrazda και Schediwy (2001)
[13] Fonteyne W., (2007),
[14] Βrazda και Schediwy (2001)
[15] European Association of Co-operative Banks, (2010 b.),
[16] Ζαπουνίδης Κ., Τσιτσιρίδη Ε., (2007),
[17] European Association of Co-operative Banks, (2005),
[18] Hesse H., Cihak M., (2006),
[19] De Vries B., De Groen W.P., (2009),
[20] Hesse H., Cihak M., (2006),






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου