Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

“20 Χρόνια Χρηματοπιστωτικής Φαγούρας…” Τράπεζες - Τραπεζίτες –Τραπεζικοί, Βάρβαρη(οι) Πολιτική (οι), και πολλά ΓΙΑΤΙ (;)


Μετά το 1992 η ελληνική οικονομία επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2%. Ωστόσο, παρά την αύξηση του Α.Ε.Π., η οικονομία συνέχισε να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες. Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία την περίοδο αυτή ήταν η αδυναμία αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που οδηγούσε και στην αύξηση του συνολικού χρέους του δημοσίου. Έτσι, με εξαίρεση το 1994 το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος κυμαινόταν από 3,4% έως και 20,5% (το 1993). Αυτά τα επίπεδα ήταν πολύ μακριά του στόχου του 3% (Συνθήκη του Μάαστριχτ) και αναπόφευκτα οδήγησαν στην διόγκωση του δημοσίου χρέους από το 82,2% του Α.Ε.Π. που ήταν το 1991 στο 106,2% το 2000. Αντίθετα, στο πλαίσιο των προσπαθειών της χώρας να ενταχθεί στην Ο.Ν.Ε., σε αυτό το χρονικό διάστημα σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Αυτό το τελευταίο είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του πληθωρισμού από τα επίπεδα του 18,8 το 1991 στο μόλις 2,9 το 2000.
Στις αρχές του 2001 (01/01/2001) η Ελλάδα γίνεται το δωδέκατο μέλος της Ζώνης του Ευρώ. Η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος εκτός από πλεονεκτήματα είχε και σημαντικούς περιορισμούς όπως:
·         Απώλεια της δυνατότητας άσκησης νομισματικής πολιτικής.
·         Απώλεια της δυνατότητας υποτίμησης του νομίσματος.
Αυτά τα δύο μειονεκτήματα κάνουν επιτακτική την αλλαγή του τρόπου άσκησης οικονομικής πολιτικής. Από εδώ και στο εξής η δημοσιονομική πειθαρχία και η σταθερότητα των τιμών θα έπρεπε να αποτελούν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα πορευόταν η ελληνική οικονομία. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε, με αποτέλεσμα χρόνια αργότερα, η ελληνική οικονομία να έρχεται αντιμέτωπη με τις χρόνιες παθογένειές της.
            Το δημόσιο έλλειμμα συνέχισε να υπερβαίνει κατά πολύ το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης του 3% του ΑΕΠ και το συνολικό χρέος του ελληνικού δημοσίου παρέμεινε πάνω του 100% του ΑΕΠ. Παράλληλα, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε σημαντικά προβλήματα μετά το 2000. Ο πληθωρισμός παρέμεινε αισθητά υψηλός για τα δεδομένα της Ευρωζώνης (κατά μέσο όρο ήταν πάνω από 1%, υψηλότερος σε σχέση με το μέσο επίπεδο του πληθωρισμού της ζώνης του ευρώ). Επιπλέον, και το επίπεδο αύξησης των μισθών (λαμβάνοντας υπόψη και την αύξηση της παραγωγικότητας) ήταν συγκριτικά μεγαλύτερο από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ο συνδυασμός του υψηλού πληθωρισμού και της μεγάλης αύξησης της αμοιβής της εργασίας σε σχέση με την παραγωγικότητα, είχε ως αποτέλεσμα να χειροτερεύσει η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος το διάστημα 2001-2009 η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε κατά 25%.
            Οι ισχυρές αναταράξεις, που ξεκίνησαν το 2007 στις ΗΠΑ και μεταδόθηκαν σε όλο τον κόσμο, αποτέλεσαν την αφορμή να έρθουν στο προσκήνιο οι χρόνιες παθογένειες της χώρας τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η επιδείνωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών σε συνδυασμό με την ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης για αύξηση του ελλείμματος του 2009, είχαν ως αποτέλεσμα οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης να στρέψουν την προσοχή τους στις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και να αμφιβάλουν για την ικανότητα της Ελλάδας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Αυτό οδήγησε στην εκτόξευση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό δημόσιο ήταν αδύνατο να δανειστεί από τις αγορές χωρίς να πληρώσει εξωφρενικά επιτόκια και στις αρχές Μαΐου του 2009 προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης. Μετά από συνεχόμενες αναθεωρήσεις αυτού του μηχανισμού στις 26 Οκτωβρίου αποφασίστηκε η χορήγηση δανείου προς την Ελλάδα ύψους 130 δισεκατομμυρίων ευρώ και μείωση του ελληνικού χρέους που κατέχουν οι ιδιώτες πιστωτές κατά 50%. Έτσι, από το συνολικό χρέος της Ελλάδας (360 δισεκατομμύρια Ευρώ), τίτλοι ύψους 206 δισεκατομμυρίων Ευρώ θα υποστούν απομείωση της αξίας τους κατά 100 δισεκατομμύρια Ευρώ. Παράλληλα όμως με το δάνειο απαιτείται και η άσκηση περιοριστικής οικονομικής πολιτικής η οποία έχει επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας.
Για χρόνια οι τράπεζες ήταν οι μόνοι οργανισμοί που αποτελούσαν το πιστωτικό σύστημα και κάλυπταν τις ανάγκες των επιχειρήσεων και των πελατών τους.  Ωστόσο κατά την διάρκεια του χρόνου με την πρόοδο και την ανάπτυξη διευρύνθηκε το φάσμα των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών που προσφέρονται από τις αγορές.  Έτσι η τράπεζα έχασε τον κύριο και αποκλειστικό ρόλο της.
   Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της οικονομίας όλων των χωρών και οι τράπεζες με την σειρά τους, αποτελούν κυρίαρχο μέρος του χρηματοοικονομικού τομέα κάθε χώρας. Η ύπαρξη και ρόλος  των τραπεζών ήταν και είναι ιδιαίτερης σημασίας και από πλευράς των λειτουργιών τους αλλά και από πλευράς όλων  όσων παρέχουν στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση των αγορών προκάλεσε βίαιη αλλαγή της ελληνικής και παγκόσμιας κοινωνίας  με άγνωστες και απρόβλεπτες συνέπειες για όλους μας.  Η ύφεση και η οικονομική κρίση κατέστρεψαν θεμελιώδεις σταθερές της πλειοψηφίας των Ελλήνων και όχι μόνο, πολιτών.  Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η οικονομική κρίση έχει κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο και θα μπορούσε να εξελιχθεί στη χειρότερη οικονομική ύφεση στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία.
Η τρέχουσα οικονομική κρίση έχει σημαντικό αντίκτυπο στην διαχείριση των ανθρώπινων πόρων και των πρακτικών του.  Όταν αντιμετωπίζουν οικονομική ύφεση, πολλές επιχειρήσεις και οργανισμοί προβαίνουν στη μείωση της παραγωγής, η οποία θα οδηγήσει σε απολύσεις, σε μισθολογικές περικοπές, στη μείωση πρόσθετων παροχών και πιθανώς στο κλείσιμο της επιχείρηση τους. Σε τελική ανάλυση, οι εκτεταμένες μιας κρίσης, επιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές ζημιές  στις επιχειρήσεις, τα άτομα και το περιβάλλον.
Την περίοδο 2010-2012 ασκήθηκαν σημαντικές πιέσεις ως προς τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα,(με βάση την ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2012), παρατηρήθηκε ότι οι μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα την τελευταία διετία, ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς και σ’αυτό συνέβαλαν τόσο οι αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος προσαρμογής όσο και οι απαισιόδοξες προβλέψεις για τη πορεία του χρέους. Οι εξελίξεις και οι προβλέψεις, που μας δίνουν μια εικόνα της διετίας 2010-2012 είναι οι ακόλουθες: το 2011 κορυφώθηκε η ύφεση, με το ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ να φτάνει στο 7,1%(αφού είχαν προηγηθεί μειώσεις ύψους 4,9% το 2010 & 3,1% το 2009).Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι εφαρμόζοντας το πρόγραμμα προσαρμογής, το ΑΕΠ θα μειωθεί με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και περίπου 4%το 2013.Επομένως η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ την πενταετία 2008-2012 θα φτάσει το 20%.Παράλληλα η σωρευτική μείωση της συνολικής και μισθωτής απασχόλησης την τετραετία 2009-2012 υπερβαίνει το 16%.Επίσης το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει εκρηκτική άνοδο από 7,6% το 2008 σε 17,7% το 2011 και 23,5% το 2012(κατά μέσο όρο έτους),ενώ εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περαιτέρω. Υπήρξε αρνητικό αντίκτυπο της ύφεσης στα εισοδήματα, στο παραγωγικό δυναμικό αλλά και την κοινωνική συνοχή, καθώς η έλλειψη επενδύσεων και η παρατεταμένη ανεργία συντελούν στην απαξίωση του υλικού και του ανθρώπινου δυναμικού. Τέλος, η ύφεση επηρεάζει αρνητικά την δημοσιονομική προσαρμογή, μειώνοντας τα δημόσια έσοδα και αυξάνοντας τις κοινωνικές δαπάνες και οδηγεί σε συρρίκνωση της καταθετικής βάσης των τραπεζών άρα και των δυνατοτήτων τους να παρέχουν χρηματοδότηση, ενώ δημιουργεί αρνητικό κλίμα για την αποδοχή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από την κοινωνία και τελικά υπερβαίνει το λόγο χρέους/ΑΕΠ. Μια από της βασικές αιτίες της ύφεσης, ήταν η ανεπάρκεια της ρευστότητας. Πιο συγκεκριμένα, ο περιορισμός, λόγω κρίσης, των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, επέτεινε την κρίση. Ο περιορισμός της ρευστότητας έχει όμως και μακροχρόνιες επιπτώσεις γιατί εμποδίζει τη μεταφορά πόρων προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, η οποία είναι αναγκαία για να επιτευχθεί η διατηρήσιμη ανάπτυξη. Οι πιέσεις στη ρευστότητα του πραγματικού τομέα της οικονομίας και οι δυσχέρειες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό, θα ήταν πολύ εντονότερες χωρίς την προσφυγή των τραπεζών στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος και τη στήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος. Έτσι, η ευρεία στήριξη της ρευστότητας που παρασχέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα, συνέβαλε σε συγκράτηση του περιορισμού της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε ρυθμό χαμηλότερο  από εκείνον της συρρίκνωσης του ονομαστικού ΑΕΠ και βεβαίως χαμηλότερο από εκείνον της συρρίκνωσης της καταθετικής βάσης των τραπεζών. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα, το τραπεζικό σύστημα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις στη ρευστότητα αλλά και την κεφαλαιακή του επάρκεια, λόγω της κρίσης χρέους που πλήττει και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα του. Και αυτό γιατί, οι ελληνικές τράπεζες είναι εδώ και καιρό αποκομμένες από τις διεθνείς αγορές, αντιμετωπίζοντας παράλληλα μεγάλη εκροή καταθέσεων και σημαντικές απώλειες από τη περικοπή του δημοσίου χρέους στο πλαίσιο του ΡSI. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η συνδρομή της Τράπεζας της Ελλάδος υπήρξε καθοριστική για την διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, γιατί παρά την εξαιρετικά αρνητική συγκυρία, μερίμνησε ώστε αυτές οι αρνητικές εξελίξεις, να μην διαταράξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την «παραδοσιακή» οικονομική θεωρία, το ενδιαφέρον εστιάζεται στη συγκρότηση του πραγματικού τομέα της οικονομία και όχι στη ύπαρξη πιστωτικής μεσολάβησης. Έτσι λοιπόν σε έναν ιδανικό κόσμο όπου οι αγορές λειτουργούν τέλεια και η πληροφόρηση διαχέεται συμμετρικά, οι πάσης φύσεως τριβές απουσιάζουν. Δυστυχώς όμως στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται. Έτσι λοιπόν ο ιδιαίτερος οικονομικός ρόλος των τραπεζών είναι να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές εξαιτίας του υψηλού κόστους απόκτησης των πληροφοριών. Το υψηλό κόστος πληροφόρησης αλλά και το κόστος διενέργειας συναλλαγών, καθιστούν ατελείς τις χρηματοοικονομικές αγορές. Η ατέλεια αυτή αποτελεί και την βασική αιτία της ύπαρξης των τραπεζών. Έτσι μια τράπεζα μέσω του διαμεσολαβητικού της ρόλου παρέχει τη δυνατότητα στους δανειστές να χορηγούν δάνεια αναλαμβάνοντας το μικρότερο δυνατό κόστος απόκτησης της αναγκαίας πληροφόρησης, το οποίο είναι μικρότερο συγκριτικά με το κόστος που θα είχαν αν αποφάσιζαν να διαπραγματευτούν άμεσα με τους υποψήφιους δανειολήπτες. Επίσης ένας άλλος βασικός λόγος ύπαρξης των τραπεζών, είναι ότι έναντι χαμηλής αμοιβής, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα της επιμελούς συγκέντρωσης και διάχυσης ειδικών πληροφοριών που αφορούν τους οφειλέτες. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό αν σκεφτούμε, ότι ένας δανειστής θα αδυνατούσε να καλύψει το κόστος και να συγκεντρώσει τις πληροφορίες από μόνος του. Επιπλέον οι τράπεζες εξασφαλίζουν το μετασχηματισμό της ρευστότητας δηλαδή, μετασχηματίζουν το πιστωτικό τους χαρτοφυλάκιο(ανάλογα με τη ζήτηση από τους δανειζόμενους), σε ένα χαρτοφυλάκιο καταθέσεων(ανάλογα με τη προσφορά των αποταμιεύσεων). Οι διαφορές στις προτιμήσεις ρευστότητας μεταξύ δανειζομένων και αποταμιευτών, αποτελούν έναν ακόμη λόγο για την ύπαρξη των τραπεζών. Τέλος, διευρύνουν τις οικονομίες κλίμακας και φάσματος, δηλαδή οι τράπεζες αξιοποιούν «εσωτερικά» τις γνώσεις και τις πληροφορίες, αυξάνοντας το μέγεθος του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου μέσω της πώλησης μίας σειράς προϊόντων και υπηρεσιών στους πελάτες τους.
  της Νούλας Χρυσοχοΐδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου